Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ του Κων. Παπαγεωργιου



Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η

Υπό Κων. Παπαγεωργίου

Λέκτ. Εκκλησιαστικού Δικαίου, Νομικής Σχ. Πανεπ.Θεσαλονίκης 

(Η παρούσα έχει κατατεθεί ενώπιον της Υπουργού Παιδείας και του Γενικού Γραμματέα Θρησκευμάτων, διά το ζήτημα "περί προτά­σεως εκδόσεως Προεδρικού Διατάγματος προς διάλυσιν του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου" της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ναυπάκτου)
  














Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1. Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 4904/22.8.2011 απόφασή της, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ενέκρινε - υιοθετώντας αμέσως και πλήρως - την υπ’ αριθ. πρωτ. 403/18.8.2011 πράξη του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου «περί προτά­σεως εκδόσεως Προεδρικού Διατάγματος προς διάλυσιν του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου της συσταθείσης, δυνάμει του π.δ. 601/1980 (ΦΕΚ Α’ 160) Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου» της αυτής Ι. Μητροπόλεως, «περί συγχωνεύσεώς της μετά της Ιεράς Μονής Αμπελακιωτίσσης ... και καταστάσεώς της ως Μετοχίου της τελευταίας».
Ακολούθως, η ανωτέρω Πράξη της ΔΙΣ κοινοποιήθηκε, αφενός μεν υπ’ αυτής προς το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, «ώστε να εκκινήση την διαδικασίαν εκδόσεως του ανακλητικού Προεδρικού Διατάγματος», αφετέρου δε υπό του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου προς την ως άνω Ι. Μονή (αριθ. πρωτ. διαβιβαστικού 429/1.9.2011). Με την τελευταία μητροπολιτική πράξη διαβιβάστηκε προς την ίδια Ι. Μονή και η υπ’ αριθμ. πρωτ. 4905/22.8.2011 απόφαση της ΔΙΣ περί επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας και στα λοιπά μέλη της Αδελφότητας της Ι. Μονής, πέραν όσων ήδη επιτιμηθεί με την από 4-9-2007 συνοδική απόφαση.
2. Αιτιολογώντας η ΔΙΣ τη λήψη της 4904/2011 αποφάσεώς της, επικαλείται
2.1. Ως προς το ιστορικό μέρος της υπόθεσης, ότι η Μονή:
- δεν εφάρμοσε σειρά αποφάσεων της ΔΙΣ περί την «αποκατά­στασιν της νομιμότητος και της κανονικής τάξεως» καθώς και «περί προειδοποιήσεως επιβολής εις βάρος της Αδελφότητος της Ι. Μονής διοικητικών και κανονικών μέτρων»,
- δεν εφάρμοσε τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας 685-686/2011, με τις οποίες, όπως σημειώνεται στο ανωτέρω έγγραφο της ΔΙΣ, «εκρίθησαν ως νόμιμοι», τόσο η έκπτωση του ιερομονάχου π. Σπυρίδωνος Λογοθέτη από τη θέση του καθη-γουμένου της Μονής, όσο και «τον επιβληθέν δια της από 4.9.2007 Αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου επιτίμιον ακοινωνησίας εις τα εκνό­μως εκλεγέντα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι. Μονής… καθ’ όσον κατά πρόδηλον παραβίασιν της ως άνω αποφάσεως του Συνοδικού Δικαστηρίου και του άρθρου 39 παρ. 5 εδαφ. 2 του ν. 590/1977 εξελέγη εκ νέου Ηγούμενος ο τιμωρηθείς δι’ εκπτώσεως εκ της Ηγουμενίας Ιερομόναχος κ. Σ.Λ.»,
Συνεπεία των ανωτέρω – υποστηρίζει η συνοδική απόφαση - το νομικό πρόσωπο της Μονής «κατ' ουσίαν παραμένει … πνευματικώς και κανονικώς ακέφαλον και δεν έχει νόμιμον διοίκησιν, διαχείρισιν και εκπροσώπησιν ως νομικόν πρόσω­πον δημοσίου δικαίου».
2.2. Ως νομική βάση της αποφάσεώς της:
- τις διατάξεις του άρθ. 39 § 3 Ν. 590/ 1977,«περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ Α’ 146/27-31.5.1977
- τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. γ’ και 4 περ. δ’ Καν. 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», (ΕτΚ Α΄ 103),
- τους ι. κανόνες δ' και η’ της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, λθ’ των Αποστόλων, λδ’ της Πενθέκτης Συνόδου.
- το ΠΔ 601/1980, «περί ιδρύσεως της Ι. Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου», (ΕτΚ Α' 160).
ΙΙ. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Με βάση τα ανωτέρω καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, εκλήθην να απαντήσω ως προς τα εξής ερωτήματα :
[1] Στερείται πράγματι το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου της εν λόγω Μονής νομίμου διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως;
[2] Είναι δυνατή, κατά την ορθή έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η διάλυση και συγχώνευση του νομικού προσώπου της ως άνω Ι. Μονής με μόνη την τήρηση της διαδικασίας που προτείνουν οι ανωτέρω εκκλησιαστικές πράξεις, χωρίς όμως προηγούμενη σχετική απόφαση των οργάνων της Μονής ή άλλων πολιτειακών οργάνων;
[3] Ποια είναι η σχέση των πιο πάνω διατάξεων (39 § 3 Ν. 590/ 1977, 2 περ. γ’ και 4 περ. δ’ Καν. 39/1972) με την ειδική του άρθ. 21 Ν. 4684/1930, «περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών», (ΕτΚ Α΄ 150/1930);
[4] Ποια είναι η ουσιαστική νομική φύση της υπό κρίση συνοδικής αποφάσεως;
[5] Είναι σύμφωνη η συνοδική απόφαση:
(α) με το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας των μελών της Μοναστικής Αδελφότητας της ανωτέρω Μονής αλλά και της ίδιας ως νομικού προσώπου, όπως τούτο προστατεύεται συνταγματικώς (άρθ. 13 Συντ.) και διεθνώς (άρθ. 9 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου);
(β) με την αρχή της αναλογικότητας (25 § 1, εδ. δ΄ Συντ.) και τους περιορισμούς που αυτή συνεπάγεται ως προς τη δράση της Διοικήσεως;
ΙΙΙ. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
1. Οι επικαλούμενες από την υπό κρίση συνοδική απόφαση περί διαλύσεως και συγχωνεύσεως της Μονής νομοθετικές διατάξεις, έχουν ad litteram ως εξής:
Άρθ. 39 § 3 εδ. α΄ Ν. 590/1977: Η ίδρυσις νέων και η διάλυσις ή συγχώνευσις υφισταμένων Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος συντελείται δια προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου μετά σύμφωνον γνώμην του επιχωρίου Αρχιερέως και έγκρισιν της Δ.Ι.Σ., προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Άρθ. 2 περ. γ΄ Κ. 39/1972: Ο Επίσκοπος έχει δικαίωμα συγχωνεύσεως ή ανασυστάσεως Ι. Μονών συνωδά τω άρθρω 33 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ωσαύτως, δύναται ο Επίσκοπος, ομοψήφω γνώμη των μελών της Αδελφότητος Ι. τινος Μονής ή Ησυχαστηρίου ή Αδελφότητος, να αιτήσηται παρά της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος την αναγνώρισιν της εν λόγω Αδελφότητος, ως Συνοδικής Σταυροπηγιακής Ι. Μονής αυτοτελούς, διακονούσης του λοιπού εις ευ­ρυτέραν εκκλησιαστικήν αποστολήν. Κατά τον αυτόν τρόπον ο Επί­σκοπος δύναται να προβή εις ίδρυσιν και νέας τινος Συνοδικής Σταυ­ροπηγιακής Ι. Μονής αυτοτελούς, συνωδά και τω άρθρω 33 του Ν.Δ. 126/1969, και τη παραγράφω α’ του παρόντος άρθρου.
Άρθ. 4 περ. δ΄ Κ. 39/1972: Διαλελυμέναι ή διαλυόμεναι Ι. Μοναί και συγχωνευόμεναι εις ετέρας αποτελούσι Μετόχια των προς ας συνεχωνεύθησαν Ι. Μονών.
2. Με σειρά διατάξεων του Ν.Δ. 126/1969, «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», εξουσιοδοτήθηκε για πρώτη φορά η Ι. Σύνοδος της Ιεραρχίας προς έκδοση κανονιστικών πράξεων, με αντικείμενο την ειδικότερη οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των διαφόρων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων [ad hoc: Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κανονιστική αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας», ΕφΔΔ 7 (1994) 81-92· Γ. ΜΠΟΤΗΣ, Το νομοθετικό έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην πρώτη εικοσιπενταετία (1969-1995), Αθήνα 1996· ΟλΣτΕ 1584/1974, ΝοΒ 23 (1975) 235-238, με σχόλια Σ. Τρωιάνου].
Δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθ. 33 § 2 και 51 § 1 του Ν. 126/1969, η Ι. Σύνοδος εξέδωσε ακολούθως τον Κ. 39/1972, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ισχύοντος Ν. 590/1977 (άρθ. 67).
Ο Ν. 590/1977, αν και περιέλαβε νέες εξουσιοδοτικές διατάξεις, δεν προέβλεψε ωστόσο την έκδοση ενός ‘Γενικού Κανονισμού’ περί μονών και μοναχικού βίου. Στην πλήρωση του προδήλου αυτού κανονιστικού κενού – το οποίο αφορά στην ακριβέστερη οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των εκατό και πλέον μονών και ησυχαστηρίων της Εκκλησίας της Ελλάδος – συνέβαλε τα μέγιστα η νομοθετική εξουσιοδότηση της § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977, κατά την οποία:
Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους, δι’ Εσωτερικού Κανονισμού, δημοσιευομένου δια του δελτίου ‘Εκκλησία’.
Η επανειλημμένη και πολλαπλή, από το χρόνο θεσπίσεώς της, ενεργοποίηση της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως, είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση άνω των 80 μοναστηριακών κανονισμών, οι οποίοι, αφού εγκρίθηκαν αρχικώς από τους κατά τόπους μητροπολίτες και ακολούθως από τη ΔΙΣ, τελικώς δημοσιεύθηκαν στο επίσημο δελτίο ‘Εκκλησία’ [τα κείμενα των μέχρι το έτ. 2002 μοναστηριακών κανονισμών, βλ. συγκεντρωμένα στο χρηστικό έργο του Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Εσωτερικοί Κανονισμοί Ιερών Μονών Εκκλησίας της Ελλάδος, ημίτομοι Α΄-Β΄, Αθήνα 2002].
Με τους ανωτέρω εσωτερικούς κανονισμούς, διαμορφώθηκε ένα ειδικό όσο και ευρύ κανονιστικό καθεστώς (lex specialis) των μονών, και δη, με τη ρητή και ανεπιφύλακτη έγκριση των εκκλησιαστικών αρχών, ήτοι των επιχωρίων μητροπολιτών και της Διαρκούς Ι. Συνόδου, το οποίο υπερισχύει σε περίπτωση αντιθέσεώς του με το Ν. 590/1977 ή οποιοδήποτε άλλο κοινό νόμο [βλ. ΕφΑθ 564/2005: «Όταν όμως η Μονή δεν έχει εσωτερικόν κανονισμόν … κρατεί η γνώμη ότι εφαρμόζεται ο Καν. 39/1972 περί Ιερών Μονών (ΦΕΚ Α΄203 της 30.6.72) ο οποίος ισχύει κατά τας διατάξεις των άρθ. 46 παρ. 2 και 67 Ν. 590/1977»].
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, με τη διάταξη της § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977, η νομοθετούσα Πολιτεία ενέταξε ουσιαστικώς στο θετό της δίκαιο σειρά κανονικών ορισμών, σχετιζόμενων προς τη συναφή νομοκανονική εξουσία των μοναστηριακών αρχών (ηγουμένου και ηγουμενοσυμβούλων). Πρόκειται, ειδικότερα, για τους
ι. κανόνες 41ο και 46ο της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου: «... τω της Μονής εξάρχοντι εν φόβω Θεού υποτάττεσθαι· και την κατά πάντα, ως προσήκεν, υπακοήν εκπληρούν» και «...άνδρες οι τον μονήρη μετερχόμενοι βίον ... μετ’ ευλογίας του την ηγουμενίαν εμπεπιστευμένου προϊέτωσαν· ώστε οι παραβαίνοντες τον νυν ορισθέντα παρ’ ημών όρον, είτε άνδρες είεν, είτε γυναίκες, προσφόροις επιτιμίοις υποβληθήτωσαν»,
ι. κανόνα 2ο της Πρωτοδευτέρας Συνόδου: «...ώρισεν η αγία σύνοδος, μηδένα των απάντων του μοναχικού σχήματος αξιούν, άνευ παρουσίας του οφείλοντος αυτόν εις υποταγήν αναδέχεσθαι και την επ’ αυτώ ηγεμονίαν και της ψυχικής αυτού σωτηρίας την πρόνοιαν επαγγέλλεσθαι, ανδρός όντος δηλονότι θεοφιλούς και μονής προεστηκότος...»,
την απ’ αιώνων κανονική παράδοση περί του ηγουμένου ως πνευματικής και διοικητικής κεφαλής της μονής, όπως η παράδοση αυτή διερμηνεύεται, ενδεικτικώς, από τον όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη (Διατύπωσις): «Μετά δε την του καθηγουμένου προβολήν και αποκατάστασιν, θέλω και βούλομαι έχειν αυτόν πάσαν εξουσίαν και κυριότητα κατά πάσαν υπόθεσιν» [βλ. προχείρως Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΥ, Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου, τόμ. Δ΄, Το Δίκαιον των Μοναχών, Αθήναι 1957, σ. 345¹, προσφάτως δε την τρίτη έκδοση του κλασσικού πλέον έργου του Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΥ, Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, Αθήνα ³2011, σ. 368-369].
3. Ας μην παροράται, εντούτοις, ότι η κατά ανωτέρω έγκριση των κανονισμών των μονών και από μη μοναστηριακές αρχές (κατά τόπους μητροπολίτες και ΔΙΣ), ουδόλως προβλέπεται – προφανώς λόγω της έκπαλαι θεσμοθετημένης αυτοδιοικήσεως του μοναχικού θεσμού - ως στάδιο της όλης διαδικασίας από την προδιαληφθείσα διάταξη της § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977. Η τελευταία, ως μόνο αρμόδιο όργανο περί του όλου ζητήματος της εκδόσεως εσωτερικού κανονισμού κάθε ενδιαφερόμενης μονής, αναφέρει ρητώς το ηγουμενοσυμβούλιο αυτής, και ουδέν άλλο όργανο ή αρχή (εκκλησιαστική ή πολιτειακή).
Η εν λόγω ρύθμιση δεν μπορεί, φρονούμε, να θεωρείται τυχαία, ούτε βεβαίως υποκείμενη σε μία διασταλτική ερμηνεία, η οποία, ως contra legem, θα κατέληγε σε παραβίαση ή στρεβλή εφαρμογή της διάταξης της § 4 άρθ. 39 Ν. 590/1977.
Και τούτο διότι, όπως παρατηρούμε, η εν λόγω διάταξη συμβαδίζει πλήρως, αφενός μεν με την § 6 του αυτού άρθρου, αφετέρου δε με το άρθ. 6 § 1 Κ. 39/1972, διατάξεις που ως κοινό κανονιστικό γνώρισμα έχουν ότι απαριθμούν περιοριστικώς-εξαντλητικώς (και όχι ενδεικτικώς!) το σύνολο των σχετικών με τις μονές της επαρχίας του αρμοδιοτήτων του τοπικού μητροπολίτη. Εν προκειμένω, ούτε οι πιο πάνω διατάξεις προβλέπουν οποιαδήποτε μητροπολιτική ‘έγκριση’ των μοναστηριακών κανονισμών [για το ζήτημα της περιοριστικής απαρίθμησης των ανωτέρω διατάξεων, βλ. τις θέσεις τού εκ των συντακτών του Ν. 590/1977 Β. ΦΕΙΔΑ, «Περί των ορίων της εποπτείας του Επισκόπου στις Ι. Μονές», Εκκλησία ΟΘ΄ (2002), σ. 513, υπογραμμίζοντος ότι: «Οι συνήθεις σκόπιμες παρερμηνείες... του κρίσιμου όρου ‘πνευματική εποπτεία’, για τις σχέσεις του επιχωρίου επισκόπου με τα μοναστήρια και αντιστρόφως, κατέστησαν αναγκαία την εξαντλητική περιγραφή στο άρθρο 39 § 6 Ν. 590/1977 του περιεχομένου του συγκεκριμένου όρου, ο οποίος καλύπτει μόνον τα ρητώς αναγραφόμενα κανονικά δικαιώματα του επιχωρίου επισκόπου»· ομοίως οι: Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, «Ζητήματα του δικαίου των ι. μονών και μοναχών», Εκκλησία ΟΖ΄ (2000), σ. 34· ΙΔΙΟΣ, «Περίγραμμα του δικαίου των ορθοδόξων μονών στην ελληνική επικράτεια», ΝοΒ 40 (1992) 984· Γ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, «Προϋποθέσεις της ικανότητας για δικαστική παράσταση των Ι. Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος», Δίκη 33 (2002) 632-634· Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Δικαστική παράσταση των Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος», ΕφΑΔ 1/2011, σ. 45-50].
Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρ. 39 § 6 Ν. 590/1977:
Ο Μητροπολίτης ασκεί επί των Ιερών Μονών της επαρχίας αυτού την κατά τους ιερούς κανόνες πνευματικήν εποπτείαν δια την κανονικήν μνημόνευσιν του ονόματος αυτού εν ταις ιεραίς ακολουθίαις, την χειροθεσίαν του Ηγουμένου, την έγκρισιν της κουράς των μοναχών, την ανάκρισιν των κανονικών παραπτωμάτων, την μέριμναν δια την κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της Μονής και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής.
Πανομοιότυπο είναι και το περιεχόμενο του υπό τον τίτλο «Κανονικαί Δικαιοδοσίαι Επισκόπου» άρθρ. 6 § 1 Κ. 39/1972, διάταξη κατά την οποία:
Εκάστη Ι. Μονή διατελεί υπό την κανονικήν δικαιοδοσίαν του κατά τόπον Επισκόπου, όστις: α) μνημονεύεται εν πάσαις ταις Ι. Ακολουθίαις, β) ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν πατρικώς και προστατευτι­κώς επί της Ι. Μονής και παρακολουθεί την ομαλήν κατά τους θείους και ι. κανόνας λειτουργίαν αυτής, γ) χειροθετεί τον εκλεγέντα Ηγούμενον, δ) εγκρίνει τας κουράς των μοναχών, ε) ανακρίνει τα κανονικά παραπτώματα των εν αυτή διαβιούντων και φροντίζει δια την άμε­μπτον αυτών βιοτήν, στ) ελέγχει την νομιμότητα της οικονομικής δια­χειρίσεως.
Συνεπώς, η όποια ανάμιξη του μητροπολίτη στη διαδικασία συντάξεως ή εκδόσεως ενός μοναστηριακού κανονισμού, από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται, τουλάχιστον ρητώς. Τυχόν προσφυγή στη λεγόμενη ‘κανονική δικαιοδοσία’ του μητροπολίτη για τη θεμελίωση (και) μίας τέτοιας εξουσίας αυτού επί των μονών, θα κατέληγε σε μία ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, με την επίκληση ενός υπερβολικά γενικόλογου και, μάλλον, προσχηματικού ‘επιχειρήματος’. Η γενικότητα και αοριστία του περιεχομένου του επιχειρήματος περί ‘κανονικής αρμοδιότητας του επισκόπου’, μπορεί τελικώς να επιτρέψει στην επισκοπική εξουσία κάθε μορφής επέμβαση - ακόμη και σε ζητήματα για τα οποία είτε δεν την προβλέπουν είτε ακόμη και την αποκλείουν οι ιεροί κανόνες! Γι’ αυτόν, ίσως, το λόγο, να παρατηρείται εσχάτως μία συνεχής, πληθωριστική και τελικώς ‘Urbi et orbi’ επίκληση της λεγόμενης ‘κανονικής δικαιοδοσίας’ των επισκόπων, σε τέτοια, μάλιστα, έκταση και ένταση, ώστε η τακτική αυτή να ελέγχεται σοβαρώς για την αξιοπιστία και το σύννομό της.
Εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως ευρίσκεται περαιτέρω, για τους ίδιους λόγους, και το άρθ. 17 § 4 Κ. 160/2004, «περί λειτουργίας των Συνοδικών Επιτροπών», (ΕτΚ Α’ 100, ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θρησκευτική Νομοθεσία, ό.π., σ. 450 επ.), που ορίζει ότι, μεταξύ των αρμοδιοτήτων της ‘Συνοδικής Επιτροπής επί του Μοναχικού Βίου’, περι­λαμβάνεται και:
η επεξεργασία των Εσωτερικών Κανονισμών λειτουργίας των Μοναστικών Αδελ­φοτήτων και η προώθησις αυτών προς έγκρισιν υπό της ΔΙΣ.
Όπως ορθώς παρατηρείται [Γ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, «Εσωτερικοί Κανονισμοί Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος», ΕλλΔνη 50 (2009) 642-645, ιδίως 643 επ.], η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, ως εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθ. 10 §§ 1, 4 Ν. 590/1977 (ούτε βεβαίως, καθώς προελέχθη, στηρίζεται στο άρθ. 39 § 4 Ν. 590/1977).
Ειδικότερα, η § 1 του άρθ. 10 προβλέπει απλώς τη σύσταση Συνοδικών Επιτροπών, μεταξύ των οποίων και η ‘επί του Μοναχικού Βίου’ (περ. ε΄). Ο σκοπός της συστάσεως των Επιτροπών αυτών ορίζεται ρητώς από το νόμο:
προς μελέτην και ε­πεξεργασίαν των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως των συνελεύσεων της ΙΣΙ, ως και προς υποβοήθησιν του εν γένει έργου της ΔIΣ και ε­κτέλεσιν των αποφάσεων αυτών.
Η § 1 άρθ. 10 Ν. 590/1977 παρέχει νομοθετική εξουσιοδότηση στη ΔΙΣ να ρυθμίσει με απόφασή της, που δημοσιεύεται στην ΕτΚ, «τα της συγκροτήσεως και των αρμοδιοτήτων των Συνοδικών Επιτροπών, τα της οργανώσεως των γραφείων και τα του προσωπικού αυτών». Ωστόσο, οι αρμοδιότητες των Συνοδικών Επιτροπών δεν μπορεί να είναι άλλες παρά μόνον αυτές που n πρώτη παράγραφος όρισε («προς μελέτην… επεξεργασίαν των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως των συνελεύσεων της ΙΣΙ, … υποβοήθησιν … εκτέλεσιν …»).
Παρά ταύτα, n ΔIΣ με την απόφασή της Κ. 160/2004 (άρθ. 17 § 4) υπερέβη προφανώς τα όρια της ανωτέρω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, απονέμοντας στον εαυτό της μία αρμοδιότητα που ο νόμος ουδόλως της παρείχε (ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, ό.π., σ. 645).
Ας έρθουμε όμως τώρα στη νομική φύση, το περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειες που επάγεται ως προς τα τεθέντα νομικά ζητήματα ο Εσωτερικός Κανονισμός της Μονής. 
4. Με ενεργοποίηση της περιεχόμενης στην § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977 νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, εκδόθηκε και ο ‘Εσωτερικός Κανονισμός της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπακτίας’ [δημοσιεύθηκε στο δελτίο ‘Εκκλησία’, Παράρτημα του Τεύχους υπ’ αριθ. 23-24/1-15.12.1984, έτους ΞΑ’ (1984), σ. 43-53]. Η ίδια Μονή είχε ιδρυθεί λίγα έτη πριν, δυνάμει του Π.Δ. 601/5.7.1980, «περί ιδρύσεως Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος παρά τη θέσει Αγ. Τριάς της Κοινότητος Σκάλας της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου», (ΕτΚ Α’ 160/15.7.1980).
5. Θεωρία και νομολογία έχουν επανειλημμένως ασχοληθεί με τη νομική φύση και τις έννομες συνέπειες των Κανονισμών που εκδίδονται από την Ι. Σύνοδο και τα υπόλοιπα ΝΠΔΔ της Εκκλησίας της Ελλάδος (1 § 4 Ν. 590/1977, κατηγορία στην οποία ανήκουν και οι μονές], αξιοποιώντας τις περιεχόμενες στο Ν. 590/1977 νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις.
Γίνεται κοινώς αποδεκτό, ότι οι Κανονισμοί αυτοί αποτελούν πηγές περισσότερο πολιτειακής προελεύσεως, δεδομένου ότι η κανονιστική αρμοδιότητα της Εκκλησίας έχει ως συνταγματικό θεμέλιο το άρθ. 43 § 2 Συντ. 1975 [Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - Γ. ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα ²2003, σ. 42· Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Θεσσαλονίκη ²2011, σ. 11 επ.· ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κανονιστική αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας», ό.π., σ. 82]. Περαιτέρω, είναι δυνατό το εξουσιοδοτούμενο όργανο να είναι και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου [ενδεικτικώς: Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα ¹³2010, τόμ. Ι, σελ. 58 επ.· Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα ²2008, σ. 163· Δ. ΤΟΜΑΡΑΣ, Η κανονιστική διοικητική πράξη, Αθήνα 2006, σ. 26 επ.].
Ως κανονιστική διοικητική πράξη, εκδιδόμενη βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (και με θεμέλιο το 43 § 2 Συντ.), ο εσωτερικός κανονισμός της μονής είναι, από την άποψη της τυπικής τους ισχύος, ισοδύναμος προς τους κανόνες που παράγονται από το νομοθετικό όργανο [ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο, ό.π., σ. 60· ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα, ό.π., σ. 174], θεωρείται δε ‘ουσιαστικός νόμος’, διότι θεσπίζει αφηρημένους και γενικά δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς [Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα 1997, σ. 73· πρβλ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, «Εσωτερικοί Κανονισμοί Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος», ό.π., σ. 642, ο οποίος εύστοχα παρατηρεί ότι κάθε εσωτερικός κανονισμός Μονής «αποτελεί, ως κανονιστική διοικητική πράξη, ουσιαστικό νόμο»].
Συνέπεια της νομικής αυτής φύσεως και τυπικής ισχύος του μοναστηριακού κανονισμού, είναι η δυνατότητα να τροποποιεί ή καταργεί με το περιεχόμενό του άλλες, ίσης τυπικής ισχύος, διατάξεις, εφόσον έχουν διαφορετικό ή αντίθετο περιεχόμενο [όλως ενδεικτικώς: ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο, ό.π., σ. 60]. Τούτο, πάντως, προκύπτει και από τον ειδικό (lex specialis) – μάλλον ειδικότατο! - χαρακτήρα των διατάξεων κάθε μοναστηριακού κανονισμού, ως νομικού γεγονότος που τους επιτρέπει να κατισχύουν σε σύγκρουσή τους με διατάξεις χρονικώς προγενέστερες (lex posterior) ή γενικότερου περιεχομένου (lex generalis) [για το ζήτημα των ερμηνευτικών ‘αρχών’ ή ‘αξιωμάτων’ περί κατισχύσεως επί συγκρούσεως αντίθετων αλλ’ ίσης τυπικής αξίας διατάξεων, υπάρχει στην επιστήμη και νομολογία πλήρης ομοφωνία· εν προκειμένω βλ. Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα ²2002, σ. 209, με παράθεση των ερμηνευτικών αρχών (αξιωμάτων), που διασφαλίζουν την ιεραρχική, χρονική και λογική ενότητα της έννομης τάξης, ιδίως μεταξύ κανόνων της αυτής τυπικής δυνάμεως: «Ο ειδικός νόμος κατισχύει του γενικού (lex specialis derogat legi generali), αρχή διασφαλιστική της λογικής ενότητας της έννομης τάξης, ο νεότερος νόμος κατισχύει του προγενέστερου (lex posterior derogat legi priori), αρχή διασφαλιστική της χρονικής ενότητας της έννομης τάξης, αλλά, ο νεότερος γενικός νόμος δεν κατισχύει του προγενέστερου ειδικού (lex posterior generalis non derogat legi priori speciali), αρχή διασφαλιστική επίσης της λογικής ενότητας της έννομης τάξης (στο τελευταίο αυτό ερμηνευτικό αξίωμα, θα επανέλθουμε πιο κάτω).
Ομοίως πρεσβεύουν οι: Π. ΣΟΥΡΛΑΣ, Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου. Justi atque injusti scientia, Αθήνα 1995, σ. 171· Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα 2006, σ. 139-140 (: «σε περίπτωση αντινομίας (αντιφατικών ρυθμίσεων) μίας συμπεριφοράς, η άρση επιτυγχάνεται με βάση ορισμένες αρχές (‘αξιώματα’), όπου ο ειδικότερος κανόνας κατισχύει του γενικότερου, έστω και αν ο τελευταίος είναι μεταγενέστερος (lex posterior generali non derogat legi priori speciali)· Κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 510-511].
Όπως συναφώς παρατηρείται (ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα, ό.π., σ. 175), εφόσον η ουσιαστική ισχύς των διοικητικών κανονιστικών πράξεων υψώνεται σε ισχύ τυπικού νόμου (43 § 2 εδ. β΄ Συντ.), ισχύουν όσα ισχύουν και για τους τυπικούς νόμους. Κατά συνέπεια, οι μοναστηριακοί κανονισμοί, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, μπορούν:
(α) να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν προγενέστερο τυπικό νόμο αλλά και προγενέστερη άλλη κανονιστική πράξη [βλ. ΕφΑθ 564/2005: «Όταν όμως η Μονή δεν έχει εσωτερικόν κανονισμόν … κρατεί η γνώμη ότι εφαρμόζεται ο Καν. 39/1972 περί Ιερών Μονών…»].
(β) να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν γενικότερο τυπικό νόμο αλλά και γενικότερη άλλη κανονιστική πράξη [ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π., σ. 175· Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 110: «Οι κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει των §§ 2 και 4 άρθ. 43 Συντ. ... μπορούν να τροποποιούν και καταργούν τυπικούς νόμους και άλλες ισόκυρες πηγές δικαίου»].
Και όχι μόνον αυτό: όπως υπογραμμίζουν ομόφωνα οι εκκλησιαστικολόγοι συγγραφείς, οι εκκλησιαστικοί κανονισμοί που εκδίδονται βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, έχουν αυξημένη ισχύ ιδίως επί ζητημάτων αυτοδιοικήσεως [ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ. 43· ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, ό.π., σ. 12· Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Πορίσματα εκ της εκκλησιαστικής νομολογίας του ΣτΕ των ετών 1974-1978», Τόμος Τιμητικός του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1979, Αθήνα-Κομοτηνή 1979, σ. 552].
6. Με την επιφύλαξη όλων των ανωτέρω, διαπιστώνουμε ότι, από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της ανωτέρω Μονής, προκύπτουν οι εξής ειδικότεροι κανόνες δικαίου:
(α) Η Μονή ασκεί, μεταξύ άλλων, ιεραποστολική και φιλο-κοινωνική δραστηριότητα, με τη σύσταση και λειτουργία οικοτροφείων ή άλλων ιδρυμάτων ψυχικής καλλιέργειας της νεότητας, γηροκομείων, λοιπών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων (1 Κ). Προς υλοποίηση των ανωτέρω, ορίζεται από το άρθ. 59 Κ., ότι η Μονή δικαιούται να ιδρύει, συντηρεί και κατευθύνει πνευματικά κέντρα, οικοτροφεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία και παντός είδους φιλανθρωπικά ιδρύματα. Λόγω των ιεραποστολικών της σκοπών, αυτή «δύναται να ονομάζεται και ‘Ιεραποστολικόν Κέντρον – Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου’, άπαντα δε τα υπό τον τίτλον αυτόν έγγραφά της θα υπογράφωνται και θα σφραγίζονται ως ακριβώς άπαντα τα έγγραφα της Ι. Μονής» (69 Κ.).
(β) Ο Μητροπολίτης εγκρίνει τις τροποποιήσεις του Κανονισμού, που εκάστοτε αποφασίζει η Ολομέλεια της Αδελφότητας (4, περ. ζ΄ Κ).
(γ) Όργανα διοικήσεως της Μονής είναι: α) Ο Ηγούμενος, β) Το Ηγουμενοσυμβούλιο, και γ) η Σύναξη της Αδελφότητος (15 Κ.).
(δ) Ο Ηγούμενος, μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων που έχει κατά την άσκηση των πνευματικών και διοικητικών του καθηκόντων, προτείνει στο Ηγουμενοσυμβούλιο την πρόσληψη Δοκίμων και την κουρά Μοναχών, στη δε Ολομέλεια της Αδελφότητος την προσαγωγή των αδελφών της Μονής στην ιεροσύνη (17 περ. α΄ Κ.).
(ε) Ο Ηγούμενος προΐσταται και διευθύνει τις συνεδρίες του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ολομέλειας της Αδελφότητας. Αν κωλύονται ο Ηγούμενος ή όλα τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, προεδρεύει της Αδελφότητας ο πρώτος στην τάξη αδελφός, κωλυομένου δε τούτου ο επόμενος κοκ. (17 εδ. γ΄ Κ.).
(στ) Ο Τοποτηρητής, ως αντικαταστάτης του Ηγουμένου, προεδρεύει τόσο στο Ηγουμενοσυμβούλιο όσο και στην Ολομέλεια (17 εδάφ. ε΄ Κ.).
(ζ) Εφόσον στη Μονή εγκαταβιώνουν τουλάχιστον 5 αδελφοί, ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου εκλέγονται από την Αδελφότητα. Τούτο έχει παγίως γίνει αποδεκτό, κατ’ εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις εξής αποφάσεις:
[1] ΣτΕ 1952/2000 [ΝοΒ 49 (2001) 760], κατά την οποία, προϋπόθεση για την εκλογή Ηγουμένου και Ηγουμενοσυμβουλίου αποτελεί η ύπαρξη πέντε (5) τουλάχιστον μοναχών, σύμφωνα με το Μοναχολόγιο της Μονής. Είναι παράνομη η πράξη του Μητροπολίτη, με την οποία διορίσθηκαν η Ηγουμένη και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου Ι. Μονής. Η προσβαλλόμενη πράξη του Μητροπολίτη αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, διότι προβλέπεται από πολιτειακό νόμο και όχι από κανονικό δίκαιο.
[2] ΣτΕ 511/1983 [ΕΔΔΔ 27 (1983) 189], κατά την οποία, και μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 590/1977, εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη που ορίζει ότι η εκλογή του Ηγουμένου και των Συμβούλων γίνεται από τη μοναχική Αδελφότητα. Ο διορισμός μέλους του Ηγουμενοσυμβουλίου από το Μητροπολίτη δεν είναι νόμιμος.
Συνεπώς, ο Ηγούμενος και το Ηγουμενοσυμβούλιο διορίζονται από τον Μητροπολίτη, μόνον αν η Αδελφότητα δεν αριθμεί τουλάχιστον πέντε (5) αδελφούς, εγγεγραμμένους στο Μοναχολόγιο αυτής (πρβλ. και άρθ. 17 εδάφ. στ΄, 18 εδ. β΄ Καν. Μονής).
(η) Η Αδελφότητα της Μονής εκδικάζει ανεκκλήτως τις ενστάσεις κατά του κύρους της εκλογής του Ηγουμένου (18 εδ. θ΄ Κ.).
(θ) Η Αδελφότητα της Μονής προστατεύει την τιμή και τη θέση κάθε αδικούμενου ή συκοφαντούμενου μέλους της, ιδίως του Ηγουμένου (19 Κ.).
(ι) Η Ολομέλεια της Αδελφότητας εκλέγει τον Ηγούμενο, με απαρτία τα 4/5 των μελών της (20 Κ.).
(ια) Η Ολομέλεια της Αδελφότητας εκλέγει το Ηγουμενοσυμβούλιο με μυστική ψηφοφορία (22 Κ.).
(ιβ) Το Ηγουμενοσυμβούλιο ασκεί την τρέχουσα διοίκηση της Μονής, πλην όσων ζητημάτων ανατίθενται ρητώς με τον Κανονισμό στην αρμοδιότητα της Αδελφότητας (23 Κ.).
(ιγ) Η Αδελφότητα της Μονής ασκεί και συμβουλευτικό έργο ως προς το Ηγουμενοσυμβούλιο. Η σύγκλησή της μπορεί να ζητηθεί τόσο από το ίδιο όσο και εγγράφως από τα μισά μέλη της Αδελφότητας. Στην περίπτωση αυτή, αν το Ηγουμενοσυμβούλιο παραλείψει να συγκαλέσει την Ολομέλεια της Αδελφότητας, αυτή συγκαλείται αυτοδικαίως, κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθ. 24 Κ.
(ιδ) Η Αδελφότητα της Μονής είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει «άπαντα τα περί μεταβολής των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού» (29 και 34 εδ. δ΄ Κ.).
(ιε) Η Αδελφότητα εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμός της Μονής, πριν αυτός υποβληθεί στη Μητρόπολη δια τα κατ’ αυτήν (29 Κ.).
(ιστ) Η Αδελφότητα συγκροτείται από όλους τους μοναχούς και ιερομονάχους της Μονής, πλην των δοκίμων αδελφών (34 Κ.).
(ιζ) Η Αδελφότητα «έχει αρμοδιότητα δια παν έτερον θέμα μη προβλεπόμενον υπό του παρόντος» Κανονισμού (άρθ. 34 εδ. ε΄ Κ.).
(ιη) Η μετατροπή της Μονής σε Μετόχιο προϋποθέτει συναίνεση της ενισχυμένης πλειοψηφίας των τριών τετάρτων (3/4) «του γενικού συνόλου των μελών της Αδελφότητος» (62 εδ. γ΄ Κ.).
7. Εν σχέσει, τώρα, με την κανονική και νομική φύση, καθώς και τις τυχόν συνέπειες που έχουν ως προς τη διοίκηση της Μονής, τα επιβληθέντα στον Ηγούμενο και τα μέλη της Αδελφότητας αυτής ‘επιτίμια ακοινωνησίας’, παρατηρητέα τα εξής:
Είναι αδιαμφισβήτητο, ακόμη και για όσους δεν έχουν παρά μία απλώς στοιχειώδη γνώση του ελληνικού και ευρωπαϊκού νομικού, πολιτιστικού και ανθρωπιστικού οικοδομήματος, ότι το όποιο ‘πνευματικής φύσεως εκκλησιαστικό επιτίμιο’ - ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί νομοκανονικώς υποστατό - ουδεμία επάγεται περαιτέρω στέρηση ή περιορισμό ως προς τον κατάλογο των ατομικών (αστικών, πολιτικών ή κοινωνικών) δικαιωμάτων του όποιου επιτιμούμενου πιστού, η διασφάλιση των οποίων τελεί υπό την εγγυητική λειτουργία της συντεταγμένης Πολιτείας [ως προς το συχνά παρεξηγούμενο (σκόπιμα ή όχι) αυτό ζήτημα, βλ. αντί άλλων το κείμενο του συνταγματολόγου Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, «Η διάκριση του πιστού από τον πολίτη», ΤοΣ 2000, σ. 55 επ.: «η δημοκρατία θεμελιώνεται και προϋποθέτει μια καταστατική διάκριση: τη διάκριση μεταξύ της ιδιωτικής ζωής του ανθρώπου και της δημόσιας του πολίτη. Ως ιδιώτης ή άτομο ο άνθρωπος ασπάζεται στην προσωπική ζωή του διαφορετικές πεποιθήσεις, θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή πολιτικές και τις συμμερίζεται βέβαια με άλλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται από τη δημόσια εκδήλωσή τους η συλλογική διαβίωση των ανθρώπων. Ως πολίτης και μέλος μιας πολιτικής κοινωνίας, κάθε άνθρωπος διαθέτει ίσα δικαιώματα με τους άλλους πολίτες και συμμετέχει μαζί τους στην διαχείριση των κοινών ή δημόσιων υποθέσεων, πέρα από τις κοινωνικές ή συνειδησιακές του ιδιαιτερότητες... η αποδοχή της υποκατάστασης αυτής οδηγεί σε ανησυχητική και επικίνδυνη νόθευση της Δημοκρατίας»].
Συνεπώς, το ίδιο το Σύνταγμά μας επιβάλλει ώστε οι συνέπειες του όποιου θρησκευτικού ‘επιτιμίου’ να περιορίζονται αυστηρά και μόνον στο χώρο της θρησκευτικής ζωής, στερώντας απλώς στον επιτιμούμενο τη συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, όχι όμως και την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του! Άλλωστε, δεν γνωρίζουμε κάποιο σύγγραμμα του συνταγματικού ή διοικητικού δικαίου, που να απαριθμεί και το ‘επιτίμιο της ακοινωνησίας’ μεταξύ των γνωστών περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων... [για τους πλέον δύσπιστους, ενδεικτικώς: Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Ατομικά & Κοινωνικά Δικαιώματα, Αθήνα ³2006, σ. 65-95· Α. ΡΑΙΚΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο. Θεμελιώδη Δικαιώματα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 2008, σ. 180-235· Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Ατομικά Δικαιώματα, Αθήνα ²2005, σ. 199-316]. Ανάλογη πρόβλεψη, φυσικά και δεν περιέχεται ούτε στους προβλεπόμενους από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες (ΕΣΔΑ) γενικούς ή ειδικούς περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων [όλως ενδεικτικώς: Γ. ΚΤΙΣΤΑΚΙΣ, Θρησκευτική Ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Αθήνα 2004, σ. 110-166].
Ασφαλώς, ελάχιστα χρειάζεται να σχολιάσει κανείς την νομικοπολιτική ratio των ανωτέρω διαπιστώσεων: τυχόν εκδοχή της αντίθετης απόψεως, θα μετάλλασσε την δυτικοευρωπαϊκού τύπου δημοκρατική έννομη τάξη μας σε ένα θεοκρατικού χαρακτήρα καθεστώς, στο οποίο η προστασία και άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή ο σεβασμός της ιδιότητας του πολίτη, θα εξαρτάτο άμεσα από τον βαθμό πειθαναγκασμού ή υποτέλειάς του στους κατασταλτικούς μηχανισμούς των (όποιων) θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών αρχών.
Με τα ανωτέρω συμφωνούν απολύτως οι ΣτΕ 685-686/2011 (Τμήμα Γ΄), είναι δε απορίας άξιο από πού συμπεραίνει ο τοπικός μητροπολίτης (και τον ακολουθεί, ως μη όφειλε, αβασάνιστα και παρά πόδας η ΔΙΣ), ότι με τις εν λόγω αποφάσεις «εκρίθη νόμιμο το επιβληθέν επιτίμιο ακοινωνησίας» (sic) !
Πρόκειται είτε για προφανή (ακούσια, ελπίζουμε) παρανάγνωση των αποφάσεων ΣτΕ 685-686/2011 (βλ. πιο κάτω) είτε για ασύγγνωστη άγνοια της ανάλογης νομολογιακής παραγωγής του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ειδικότερα, το Ανώτατο Διοικητικό Ακυρωτικό, παγίως αρνείται να αποφανθεί επί της ‘νομιμότητας’ του ‘επιτιμίου της ακοινωνησίας’, θεωρώντας αυτό ως μη εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία δεν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο και aνήκει στα interna corporis της Εκκλησίας, διαφεύγοντας, ως εκ τούτου, του ακυρωτικού του ελέγχου (ΟλΣτΕ 2976-2991/1996, 615-616/2004, 685-688/2001 και πολλές άλλες αποφάσεις, που καθιέρωσαν πάγια νομολογιακή ακολουθία).
Και όχι μόνον αυτό: κατά την πρώτη κιόλας υπόθεση στην οποία το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να ασχοληθεί με το ‘επιτίμιο ακοινωνησίας’ και τη ‘νομιμότητά’ του, μέλη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας μία πιο σύμφωνη με τη συνταγματική νομιμότητα στάση, μειοψήφησαν, θεωρώντας αφενός μεν ότι η εν λόγω εκκλησιαστική πράξη μπορούσε να ελεγχθεί ακυρωτικώς, αφετέρου δε ότι αυτή παραβιάζει ευθέως και κατάφωρα τις συνταγματικές ελευθερίες των επιτιμούμενων πιστών.
Αναφερόμαστε ειδικότερα στη μειοψηφία της ΣτΕ 2154/1988, κατά την οποία η εκτελεστότητα κάθε προσβαλλόμενης εκκλησιαστικής πράξεως πρέπει να κρίνεται ενόψει του συνόλου του περιεχομένου της. Συνεπώς - συνεχίζει η ίδια θαρραλέα γνώμη - όταν τα ‘πνευματικά εκκλησιαστικά επιτίμια’ αποδοκιμάζουν ατομικά δικαιώματα των πολιτών, έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το ίδιο το Σύνταγμα, διότι κωλύουν την άσκηση δικαιωμάτων που αυτό παρέχει στον πολίτη. Τέτοια συνιστά η περίπτωση που το επιτίμιο απαγορεύει στον πολίτη την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (άρθρ. 5 § 1 Σ.) και το δικαίωμά του να συμμετέχει στη δημόσια ζωή, αναλαμβάνοντας δημόσιες θέσεις ή αξιώματα. Έτσι όμως, το αποτέλεσμα που παράγει η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι πια επιτίμιο πνευματικής φύσης, διότι «η πράξη εισβάλλει στο χώρο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα και καμιά πράξη της Εκκλησίας που παραβιάζει το Σύνταγμα της Πολιτείας δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη πνευματική και ανέλεγκτη ... το άρθρο 25 § 1 Σ. ορίζει ότι όλα τα όργανα του κράτους, άρα και τα δικαιοδοτικά, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Η ακυρωτική απόφαση τούτο ακριβώς το αποτέλεσμα θα είχε: την άρση της προσβολής που ο αιτών έχει υποστεί στην προσωπικότητά του καθώς και την άρση του εμποδίου που η προσβαλλόμενη πράξη έχει θέσει στη λειτουργία του Συντάγματος και του νόμου. Η αντίθεση, λοιπόν, της προσβαλλόμενης πράξης στο Σύνταγμα αναιρεί τον πνευματικό χαρακτήρα του επιτιμίου, που θα έπρεπε να θεωρηθεί πράξη εκτελεστή (και βέβαια μη νόμιμη), η δε κρινόμενη αίτηση έπρεπε να θεωρηθεί παραδεκτή».
Πιστή στην ανωτέρω νομολογιακή ακολουθία, η ΣτΕ 685/2011 (Γ΄ Τμήμα) έκρινε ότι η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας, ως πράξη πνευματικού περιεχομένου μη προβλεπομένη από πολιτειακό νόμο και συνεπαγόμενη την στέρηση της μεταλήψεως της θείας κοινωνίας, την αδυναμία μεταδόσεως της θείας κοινωνίας στους πιστούς, καθώς και την απαγόρευση τελέσεως της θείας λειτουργίας και των άλλων ιεροπραξιών, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη όπως αυτή νοείται στα άρθρα 95 § 1 εδ. α΄ Συντ. και 45 Π.Δ. 18/1989 (ΕτΚ Α΄ 8) και δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 2976 - 2991/1996, 616/2004 κ.α.).
Και προσθέτει η ίδια απόφαση:
Τέλος, στο υπ’ αριθ. 3519/1921/6.9.2007 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της προσβαλλομένης πράξεως, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, απευθυνόμενη στους αιτούντες, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: ‘‘Κατά την περίοδον ταύτην του επιτιμίου, στερείσθε της δυνατότητος ίνα τελήτε την Θείαν Λειτουργίαν και οιανδήποτε ιεροπραξίαν και τελετήν και μετέχητε του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας … Η εν τοις πράγμασι μετάνοια υμών θέλει αποκαταστήσει υμάς εις την Κοινωνίαν μετά του πληρώματος της καθ’ όλου Ορθοδόξου Εκκλησίας’’.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, είναι απολύτως προφανές ότι οι συνέπειες του ‘επιτιμίου’ περιορίζονται στα λατρευτικής-μυστηριακής φύσεως ζητήματα, χωρίς όμως να θίγουν και τα διοικητικά καθήκοντα των επιτιμούμενων, ως μελών του ΝΠΔΔ της οικείας Μονής.
Από την ανωτέρω γραμμή δεν απέστη και η ΣτΕ 686/2011 (Τμ. Γ΄), η οποία όμως προέβη στη διαπίστωση ότι η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας ειδικώς σε Ηγούμενο Μονής της Εκκλησίας της Ελλάδος, στερεί από αυτόν, λόγω της εκκλησιολογικής του θέσεως ως πνευματικού πατέρα της οικείας αδελφότητας, τη δυνατότητα ασκήσεως των σχετικών με τη θέση του καθηκόντων, καθώς, λόγω του επιτιμίου, αυτός δεν δύναται «να τελεί θεία λειτουργία και κάθε άλλη ιεροπραξία και να μετέχει του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας».
Μετά τα ανωτέρω, δεν αντιλαμβανόμαστε γιατί ο επιχώριος μητροπολίτης συμπεραίνει ότι οι ανωτέρω ΣτΕ 685-686/2011 στερούν από τα επιτιμηθέντα μέλη της Αδελφότητας του δικαιώματός τους να ασκήσουν πλήρως τα διοικητικά (όχι όμως και τα μυστηριακά) καθήκοντα, τα οποία τούς απονέμει ο Κανονισμός της Μονής. Με άλλη διατύπωση, η άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κάθε Έλληνα πολίτη είναι αδιανόητο να τελεί υπό την αίρεση της βούλησης της (όποιας) θρησκευτικής εξουσίας.
Είναι προφανές, ότι το κώλυμα από την ανωτέρω δικαστική απόφαση υφίσταται μόνον για τον Ηγούμενο και μάλιστα όχι για όλα συλλήβδην τα διοικητικά του δικαιώματα ή καθήκοντα ως μέλους της Αδελφότητας, αλλά μόνον ως προς όσα πνευματικά ή διοικητικά καθήκοντα συνάπτονται στενώς με την υψηλή θέση της Ηγουμενίας, από την οποία εξέπεσε.
Είναι περαιτέρω προφανές – και πάντως συνταγματικώς αδιαμφισβήτητο – ότι τα επιτιμηθέντα μέλη της Αδελφότητας στερούνται πλέον μόνον του δικαιώματός τους συμμετοχής στη μυστηριακή ζωή, και όχι βεβαίως των υπόλοιπων αμιγώς διοικητικής φύσεως καθηκόντων τους.
Συνεπώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας, σεβόμενο με τις ανωτέρω 685-686/2011 αποφάσεις του τις νόμιμες δικονομικές του αρμοδιότητες, αυτοπεριορίσθηκε, αρνούμενο να κρίνει περί της νομιμότητας του λεγόμενου ‘επιτιμίου ακοινωνησίας’ και θεωρώντας ότι αυτό, ως αμιγώς εκκλησιαστική πράξη, δεν υπόκειται στον ακυρωτικό του έλεγχο. Ουδόλως όμως έκρινε – όπως βεβιασμένα και, ελπίζουμε, εκ παραδρομής συμπέρανε ο τοπικός μητροπολίτης και η ΔΙΣ - ότι με τις εν λόγω αποφάσεις «εκρίθη νόμιμο το επιβληθέν επιτίμιο ακοινωνησίας»...
8. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, ιδίως το περιεχόμενο των διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού, καταλήγουμε στις εξής συμπερασματικές κρίσεις:
[Α] Ο Ηγούμενος και το Ηγουμενοσυμβούλιο, αποτελούν μεν διοικητικά όργανα της Μονής, επιφορτισμένα με καθήκοντα λήψεως αποφάσεων επί τρεχούσης φύσεως ζητημάτων διοικήσεως και διαχειρίσεως, δεν είναι όμως τα μόνα τέτοια όργανα ούτε τα ανώτερα.
Ως ανώτατο αλλά και διαρκές όργανο της Μονής, εξοπλισμένο με ισχυρότατο ‘τεκμήριο αρμοδιότητας’ επί παντός διοικητικού ζητήματος, αναγνωρίζεται η Ολομέλεια της Αδελφότητας αυτής (άρθρα 15, 34 εδ. ε΄ Κανονισμού). Επί μείζονος σημασίας ζητημάτων, ο Ηγούμενος και το Ηγουμενοσυμβούλιο προτείνουν σχετικώς στην Ολομέλεια, και αυτή, ως ύπατο όργανο, αποφασίζει (ενδεικτικώς: προσαγωγή των αδελφών της Μονής στην ιεροσύνη: 17 περ. α΄ Κ. – ανέκκλητη εκδίκαση ενστάσεων κατά του κύρους της εκλογής του Ηγουμένου: 18 εδ. θ΄ Κ. – εκλογή Ηγουμένου με απαρτία των 4/5 των μελών της: 20 Κ. – εκλογή Ηγουμενοσυμβουλίου με μυστική ψηφοφορία: 22 Κ. - έγκριση ετήσιου προϋπολογισμού της Μονής: 29 Καν.,κ.λπ.).
Συνεπώς, ακόμη και εάν ελλείπουν τα τρέχοντα διοικητικά όργανα της Μονής (Ηγούμενος και Ηγουμενοσυμβούλιο), η διοίκηση, διαχείριση και λειτουργία αυτής διεξάγεται ομαλώς, νομίμως και κανονικώς, από την ίδια την Ολομέλεια της Αδελφότητας της Μονής [πρβλ. ΣτΕ 270/2009: «η από 4-9-2007 απόφαση της ΔΙΣ … είχε ως συνέπεια... την περιέλευση όλων των ζητημάτων διοικήσεως της Ι. Μονής, προσωρινώς και μέχρι την εκλογή ηγουμένου και την συγκρότηση ηγουμενοσυμβουλίου, στην Ολομέλεια της Αδελφότητας (βλ. άρθρο 34 περ. ε΄  Εσωτερικού Κανονισμού»].
Ας προστεθεί, εν προκειμένω, ότι δυνάμει των αποφάσεων 2/1-5-2009, 12/30-12-2009 11/30-11-2010, 10/28-11-2011 της πιο πάνω Ολομέλειας, διορίσθηκε ειδική Τριμελής Επιτροπή, με αντικείμενο την άσκηση καθηκόντων του Ηγουμενοσυμβουλίου, προσωρινώς και μέχρι να εκλεγούν ο νέος ηγούμενος και το ηγουμενοσυμβούλιο, συγκροτηθούν σε σώμα και αναλάβουν τα σχετικά διοικητικά τους καθήκοντα.
[Β] Σε μόνη την Ολομέλεια της Αδελφότητας, ως ανώτατο όργανο διοικήσεως της Μονής, αναγνωρίζεται και:
(α) το δικαίωμα αποφάσεως περί οποιασδήποτε τροποποιήσεως του Εσωτερικού Κανονισμού (για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η τροποποίηση νοείται και ως ευρεία, ήτοι ως πλήρης αντικατάσταση όλου του Κανονισμού: 29 και 34 εδ. δ΄ Κ.). Επισημαίνεται, ότι κάθε τροποποίηση του Κανονισμού δεν αποφασίζεται από το Μητροπολίτη αλλά την Αδελφότητα της Μονής, εκείνος δε απλώς εγκρίνει (: 4, περ. ζ΄ Κ).
(β) το ‘τεκμήριο αρμοδιότητας’ για τη λήψη αποφάσεως ως προς οποιοδήποτε μη ρητώς προβλεπόμενο από τον Κανονισμό θέμα (: 34 εδ. ε΄ Κ.), άρα και για το μείζον ζήτημα περί της τυχόν διαλύσεως-συγχωνεύσεως του νομικού προσώπου της Μονής,
) η απόφαση περί μετατροπής της Μονής εις Μετόχιο άλλης (ρητώς: 62 εδ. γ΄ Κ.), η οποία προϋποθέτει - ως μείζονος σημασίας απόφαση για τη νομική υπόσταση και το μέλλον της Μονής - απαραιτήτως συναίνεση της πλειοψηφίας των τριών τετάρτων (3/4) του όλου αριθμού των μελών της Αδελφότητος. Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή είναι ταυτόσημη με την ανωτέρω περί διαλύσεως-συγχωνεύσεως του νομικού προσώπου της Μονής, την οποία λογικώς και διαδικαστικώς προϋποθέτει.
Ο Κανονισμός της Μονής συντάσσεται ως κείμενο από το Ηγουμενοσυμβούλιο, ως εντεταλμένο όργανο της Ολομέλειας της Αδελφότητας, εγκρίνεται όμως μόνον από την ίδια, ως ανώτατο διοικητικό όργανο (κάθε) Μονής. Η Αδελφότητα μπορεί να τροποποιήσει, διορθώσει ακόμη και να απορρίψει (μερικώς ή ολικώς), τον συνταχθέντα από το Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής Κανονισμό, χωρίς να δεσμεύεται από την όποια κρίση του.
Ακολούθως, το Ηγουμενοσυμβούλιο, ως εντεταλμένο και πάλι όργανο της Ολομέλειας της Αδελφότητας, θα προχωρήσει στις περαιτέρω διαδικασίες δημοσίευσης του τελικού, εγκεκριμένου από την Αδελφότητα, Κανονισμού.
Με άλλη διατύπωση, συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της νόμιμης διαδικασίας τυχόν δημοσίευση Κανονισμού της Μονής από μόνον το Ηγουμενοσυμβούλιο, χωρίς την ρητή έγκριση της Ολομέλειας της Αδελφότητας. Οίκοθεν νοείται, ότι ως ‘Ηγουμενοσυμβούλιο’ νοείται το νομίμως εκλεγέν – υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις - από την Αδελφότητα και όχι κάποιο εξωτερικό και διορισμένο όργανο, το οποίο στην περίπτωση αυτή είναι πλήρως ανυπόστατο.
Όπως είναι προφανές, αν Ηγουμενοσυμβούλιο δεν έχει ακόμη εκλεγεί ή δεν έχει αναλάβει τα καθήκοντά του, η σχετική αρμοδιότητα και περί συντάξεως του Κανονισμού της Μονής ανήκει και αυτή στην δικαιοδοσία της Ολομέλειας της Αδελφότητας, ως έχουσας το ‘ τεκμήριο της αρμοδιότητας’.
[Γ] Πέραν των αμιγώς μοναστικών-πνευματικών της λειτουργιών, η Μονή ασκεί και μία εκ του καταστατικού της οριζόμενη ευρεία κοινωφελή-φιλανθρωπική δραστηριότητα, προς όφελος της νεολαίας ή ευπαθών κοινωνικών ομάδων των κατοίκων της περιοχής (πτωχών, ηλικιωμένων, ανέργων κ.λπ.).
Η Μονή, άρα, αποτελεί εκ παραλλήλου και μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο με κοινωφελή σκοπό και δράση, λόγος, άλλωστε, και για τον οποίο η πλήρης αυτής ονομασία παρίσταται ως «Ιεραποστολικόν Κέντρον – Ι. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου» (: άρθ. 69 Κ.).
Ωστόσο, επί του εν λόγω καίριου ζητήματος, έχει σε ανώτατο επίπεδο νομολογηθεί από την Αρείου Πάγου 385/1992, ότι οι θρησκευτικοί σκοποί τους οποίους επιδιώκουν οι μονές είναι και ‘κοινωφελείς’, υπό την έννοια του άρθ. 1 Α.Ν. 2039/1939, που ορίζει ότι ‘κοινωφελής’ είναι ο επωφελής, ολικά ή μερικά, στο κοινωνικό σύνολο σκοπός [ΑΠ 385/1992, ΝοΒ 41 (1993) 874· πρβλ. Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Φορολογία θρησκειών και κοινωφελών νομικών προσώπων, Τρίκαλα-Αθήνα 2005, σ. 46-47· ΙΔΙΟΣ, Το φορολογικό καθεστώς των θρησκευμάτων. Φορολογική ισότητα και θρησκευτική ελευθερία, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 103 επ., με εκτενή ανάπτυξη επί του όλου ζητήματος].
Το ανωτέρω όμως γεγονός, καθιερώνει, σύμφωνα με την ίδια αρεοπαγιτική απόφαση, σχετική συναρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών, που υποχρεούται να μεριμνά για την πιστή εκτέλεση των επιδιωκόμενων κοινωφελών σκοπών. Ειδικότερα, η ΑΠ 385/1992 έκρινε ως ακολούθως:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν. 2039/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 101 του ΕισΝΑΚ: «Κοινωφελής σκοπός, κατά την έννοιαν του παρόντος, είναι κατ’ αντίθεσιν προς τον ιδιωτικόν, πας κρατικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εν γένει δε επωφελής εις το κοινόν, εν όλω ή εν μέρει σκοπός»…. Τέλος κατά την παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 590/1977 «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις, αι Ιεραί Μοναί είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 39 του ιδίου νόμου: «Η Ιερά Μονή είναι θρησκευτικόν καθίδρυμα διά την άσκησιν των εν αυτή εγκαταβιούντων ανδρών ή γυναικών, συμφώνως προς τας μοναχικάς επαγγελίας και τους περί μοναχικού βίου ιερούς κανόνας και παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και από τη γενικότητα της διατυπώσεως του άρθρου 126 του άνω Α.Ν. 2039/1939, προκύπτει ότι ο Υπουργός των Οικονομικών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως του Κράτους να μεριμνά για την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βουλήσεως των διαθετών, με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία χάριν κοινωφελών σκοπών, μπορεί να παρεμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων και σε εκείνες τις δίκες που ενδιαφέρουν οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταλειπομένη περιουσία, εφόσον οι δίκες αυτές μπορούν με τα αποτελέσματά τους να ματαιώσουν ή να παρεμβάλλουν εμπόδια στην εκπλήρωση του σκοπού. Θρησκευτικό σκοπό και επομένως κοινωφελή σκοπό επιτελεί και η Ιερά Μονή.
… Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την ασκηθείσα κατά την άνω διάταξη του άρθρου 126 του Α.Ν. 2039/1939 παρέμβαση, δεχθέν ότι υπάρχει θρησκευτικός κοινωφελής σκοπός, αφού η Ιερά Μονή δεν επιτελεί θρησκευτικό ήτοι κοινωφελή κατά την διάταξη του άρθρου 1 του άνω νόμου σκοπό, καθόσον οι εγκαταβιούντες στην Μονή άνδρες ή γυναίκες, απλώς επιδιώκουν με νηστεία, άσκηση, προσευχή κλπ. τη σωτηρία της ψυχής τους και έκανε δεκτό σχετικό λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών.
Ανάλογες νομολογιακές περιπτώσεις, στις οποίες έγινε δεκτή η σχετική ως προς τις μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών, βλ. σε ΕφΑθ 3990/2009, ΕλλΔνη 51 (2010) 233, 251 - ΑΠ 1929/2008, ΤΝΠ ‘ Νόμος’ 476337 - ΑΠ 1245/1991, ΕΕΝ 1993, σ. 53. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ΔΕφΠειρ 1232/1985 [Αρμ. 40 (1986) 464], η επιδίωξη κοινωφελών σκοπών πρέπει να προκύπτει «τόσον εκ του καταστατικού των (νομικών προσώπων), όσον και εκ της εν γένει δραστηριότητός των, ήτοι εκ πραγματικών περιστατικών και γεγονότων, αποδεικνυόντων έργον επωφελές δια το κοινωνικόν σύνολον ή μέρος αυτού, χωρίς ν’ απαιτείται, του νόμου μη διακρίνοντος, αποκλειστική ενασχόλησις του νομικού προσώπου με κοινωφελή έργα».
Διευκρινίζεται, εν προκειμένω, ότι οι μονές δεν είναι τα μόνα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα που αναγνωρίζεται ότι επιδιώκουν συστηματικώς σκοπούς ‘κοινωφελείς’. Έχει κριθεί νομολογιακώς ότι παρόμοιους σκοπούς επιδιώκουν και άλλα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα [όπως, λ.χ., οι διάφορες Ευαγγελικές Ομολογίες στην Ελλάδα: ΜονΦορΠρωτΘεσ 2174/1969, Αρμ. 23 (1969) 876, ΣτΕ 1558/1974, Διοικητική Δικαιοσύνη 12 (1974) 311-312, βλ. και Κ. ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ, «Η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Σερρών ως νομικόν πρόσωπον επιδιώκον θρησκευτικούς και κοινωφελείς σκοπούς», Αρμ. 26 (1972) 725-729].
Τέλος, έχει ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμισθεί ότι, λόγω της σημασίας τους για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και το εν γένει δημόσιο συμφέρον, οι κοινωφελείς σκοποί προστατεύονται ιδιαιτέρως από το ίδιο το Σύνταγμα [βλ. Φ. ΒΕΓΛΕΡΗΣ, «Η συνταγματική προστασία των διαθηκών και δωρεών υπέρ κοινωφελών σκοπών», Σύμμεικτα εις μνήμην Αλεξάνδρου Σβώλου, Αθήναι 1961, σ. 495-553· Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Το φορολογικό καθεστώς των θρησκευμάτων, ό.π., σ. 104· ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί, εν προκειμένω, στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 41/2005 [ΕλλΔνη 2005, σ. 1051 επ. – Αρμ. 2005, σ. 1720], που έκρινε ότι ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η περιουσία μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου περιέρχεται υποχρεωτικά, μετά τη διάλυσή του, σε άλλο ομοταγές νομικό πρόσωπο, παραβιάζει ευθέως τα άρθρα 12 (δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι) και 17 (προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας) του Συντάγματος].
9. Συνεπώς, από τις ανωτέρω - πλήρως ισχύουσες και ουδαμώς ανακληθείσες ή έστω τροποποιηθείσες - διατάξεις του Κανονισμού της Μονής, σαφώς προκύπτει ότι η υπό κρίση συνοδική απόφαση περί διαλύσεως-συγχωνεύσεως του νομικού προσώπου της Μονής, είναι πολλαπλώς παράνομη, διότι:
(Α) Εκδόθηκε κατά προφανή παραβίαση ουσιώδους τύπου της νόμιμης διαδικασίας, αφού ουδόλως ελήφθη όπως ρητώς επιτάσσουν οι διατάξεις του Κανονισμού της Μονής, ως νόμου της Ελληνικής Πολιτείας - νόμιμη σχετική απόφαση εκ μέρους της Ολομέλειας της Αδελφότητας, ούσης καθ’ ύλην αρμόδιας να αποφασίσει, ως ανώτατο όργανο αυτοδιοικήσεως της Μονής, επί ενός μείζονος σημασίας και συνεπειών, όπως είναι το κρίσιμο, ζητήματος, το οποίο αφορά στη συνέχεια της νομικής υποστάσεως και υπάρξεως της ίδιας της Μονής.
Οι διατάξεις του Κανονισμού της Μονής:
(α) ως μεταγενέστερες και ειδικές, υπερισχύουν της αυτής τυπικής ισχύος διατάξεως του άρθ. 39 § 4 Ν. 590/1997 [ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π., σ. 175· ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ. 110· ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ. 60· ΜΑΥΡΙΑΣ, ό.π., σ. 209· ΣΟΥΡΛΑΣ, ό.π., σ. 171· ΣΤΑΜΑΤΗΣ, ό.π., σ. 510-511].
(β) αναγνωρίζονται ως αυξημένης ισχύος επί ζητημάτων αυτοδιοικήσεως της Μονής [ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, ό.π., σ. 43· ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο, ό.π., σ. 12· ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Πορίσματα», ό.π., σ. 552].
Άλλωστε, τα ανωτέρω συνάδουν πλήρως με το εν γένει καθεστώς των νομικών προσώπων, «η αυτοδιάλυση των οποίων - όπως ορθώς παρατηρείται - αποτελεί δικαίωμα το οποίο ασκείται, κατά βάση ελεύθερα, από το ανώτατο ιεραρχικά όργανό τους … η αρμοδιότητα αυτή, είτε θεμελιώνεται στον νόμο (π.χ. 103 ΑΚ) είτε στο καταστατικό είτε στο τεκμήριο αρμοδιότητος της συνελεύσεως, αποτελεί έκφραση της συλλογικής αυτονομίας του νομικού προσώπου» [έτσι ad litteram ο Κ. ΡΟΥΣΣΟΣ, «Λύση και περάτωση των νομικών προσώπων», στο συλλογικό έργο: Δίκαιο Νομικών Προσώπων. Liber Amicorum Φίλιππου Δωρή, Αθήνα 2010, σ. 352]. Ο ίδιος πανεπιστημιακός Καθηγητής υπογραμμίζει ότι: «η διάλυση με απόφαση της Αρχής πρέπει να θεωρηθεί σήμερα ως παρωχημένος λόγος λύσεως του νομικού προσώπου, νομοθετική δε διάταξη που προβλέπει την διάλυση νομικού προσώπου με απόφαση της Αρχής είναι ευθέως αντισυνταγματική τουλάχιστον στο δίκαιο των μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων (12 § 2 Συντ.)» [ΡΟΥΣΣΟΣ, ό.π., σ. 356].
Οι ανωτέρω – μάλλον, αυτονόητες, για κάθε κοινό νομικό νου – επισημάνσεις, φαίνεται να δικαιώνονται πλήρως και από το εδάφιο β΄ του άρθ. 2 περ. γ΄ Κ. 39/1972, κατά το οποίο:
Ωσαύτως, δύναται ο Επίσκοπος, ομοψήφω γνώμη των μελών της Αδελφότητος Ι. τινος Μονής ή Ησυχαστηρίου ή Αδελφότητος, να αιτήσηται παρά της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος την αναγνώρισιν της εν λόγω Αδελφότητος, ως Συνοδικής Σταυροπηγιακής Ι. Μονής αυτοτελούς, διακονούσης του λοιπού εις ευ­ρυτέραν εκκλησιαστικήν αποστολήν.
Όπως, όχι χωρίς έκπληξη, διαπιστώνουμε, πρόκειται για το ίδιο άρθρο 2 περ. γ’ Καν. 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», το οποίο επικαλείται η ΔΙΣ προς νομική θεμελίωση της υπό κρίση αποφάσεώς της.
Και εδώ, η ερμηνευτική μας απορία καθίσταται πλέον επιτακτική:
Πώς παρέβλεψε ο τοπικός μητροπολίτης, κυρίως όμως η παρά πόδας ακολουθούσα αυτόν ΔΙΣ, ότι εάν ο εκκλησιαστικός νομοθέτης απαιτεί «ομόψηφο γνώμη των μελών της Αδελφότητος» ως προς το προδήλως έλασσον (όπως είναι η μετατροπή της επαρχιακής Μονής σε συνοδική σταυροπηγιακή), δεν προϋποθέτει εντούτοις ανάλογη ισχυρά απόφαση της Αδελφότητας ως προς το μείζον, που είναι η διάλυση-συγχώνευση του νομικού προσώπου της Μονής ;
Η ανωτέρω προφανής αντίφαση, έρχεται να προστεθεί στην ακολουθία των εύλογων αντιρρήσεων ως προς τη βασιμότητα των νομικών ερεισμάτων της κρινόμενης συνοδικής αποφάσεως.
Ως εκ τούτων, επειδή η υπό κρίση συνοδική απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο και χωρίς τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, είναι ανυπόστατη, παράνομη και αντισυνταγματική.
(Β) Εκδόθηκε κατά προφανή παραβίαση ουσιώδους τύπου της νόμιμης διαδικασίας, διότι, αν και η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου ασκεί - τόσον εκ των διατάξεων του καταστατικού της, όσο και εν τη πράξει - πλουσιότατη, πολυσχιδή και παγκοίνως γνωστή κοινωφελή-φιλανθρωπική δραστηριότητα, εντούτοις, η απόφαση-πρόθεση της ΔΙΣ περί ενός μείζονος ζητήματος, όπως είναι η διάλυση-συγχώνευση της Μονής, ουδόλως γνωστοποιήθηκε προς το Υπουργείο Οικονομικών, συναρμόδιο να αποφασίσει σχετικώς. Και τούτο, μολονότι τυχόν υλοποίηση μίας τέτοιας αποφάσεως θα ματαίωνε, όπως είναι προφανές, την εκτέλεση των κοινωφελών σκοπών, η μέριμνα όμως περί της εκπληρώσεως των οποίων ανήκει, κατά το νόμο, στη σφαίρα της δικαιοδοσίας του Υπουργείου Οικονομικών.
Γ) Αποτελεί παράνομη επέμβαση στη σφαίρα αυτοδιοικήσεως της Μονής, όπως η εν λόγω αυτοδιοίκηση κατοχυρώνεται και οριοθετείται από τις διατάξεις του Κανονισμού αυτής, έναντι επεμβάσεων οιουδήποτε τρίτου. Υπενθυμίζεται, εν προκειμένω, ότι οι Μονές αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική έννομη τάξη ως ΝΠΔΔ (1 § 4 Ν. 590/1977), ακριβώς με σκοπό τη διασφάλιση της διοικητικής τους αυτονομίας [Π. Πα­να­γι­ω­τα­κοσ, Σύστημα του Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, τόμ. Δ΄, Το Δί­και­ον των Μοναχών, εν Α­θή­ναις 1957 (ανατύπωση: Θεσσαλονίκη 2000), σ. 290, όπου και πλούσια περαιτέρω βιβλιογραφία· ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, «Ζητήματα», ό.π., σ. 33, που επισημαίνει ότι οι Μονές «έχουν αντικείμενο τη θεραπεία γενικότερων θρησκευτικών αναγκών, οι οποίες ανάγονται στον κύκλο των ενδιαφερόντων της Πολιτείας»].
Την αντίληψη αυτή περί δημόσιας αποστολής των μονών, συμμεριζόταν και το ίδιο το Ελληνικό Κράτος, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι, ήδη από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, προέβαινε στη ρύθμιση των σχετικών με τις μονές ζητημάτων (ίδρυση, συγχώνευση, διάλυση ή ανασύσταση) μέσω της εκδόσεως Διαταγμάτων (βασιλικών, προεδρικών ή νομοθετικών). Η απονομή από την Πολιτεία στις μονές νομικής προσωπικότητας δημοσίου δικαίου, συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την εκ μέρους τους άσκηση δημόσιας εξουσίας καθώς και απόλαυση αυξημένης αυτοδιοικήσεως [βλ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, ό.π., σ. 376, ο οποίος υπογραμμίζει ότι: «Ο χαρακτηρισμός των νομικών αυτών προσώπων ως ‘δημοσίου δικαίου’ έχει σκοπό την προστασία τους, που εκδηλώνεται στην οργάνωση και τη διοίκησή τους με άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθώς και την παροχή αυξημένης ποινικής προστασίας», πρβλ. Κο­νι­δα­ρησ, «Ζητήματα», ό.π., σ. 34 και Σ. Λυ­τρασ, Η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 186 επ.].
(Δ) Τυχόν αποδοχή του ανωτέρω αιτήματος της ΔΙΣ εκ μέρους του Υπουργείου, θα αντέβαινε, λόγω του προκύπτοντος κατά τα ανωτέρω σαφούς ελλείμματος νομιμότητας της όλης διαδικασίας, στις θεμελιώδεις κρατικο-δικαιικές διοικητικές αρχές της νομιμότητας, χρηστής διοικήσεως, αμεροληψίας και αναλογικότητας (περί της οποίας βλ. αναλυτικότερα πιο κάτω), το δε τυχόν εκδοθησόμενο Π.Δ. θα τυγχάνει, για τους ίδιους λόγους, ακυρωτέο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας [Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα 1997, σ. 146 επ., 180, 184 επ.· Α. ΤΑΧΟΣ, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 92008, σ. 67 επ.· ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, ό.π., σ. 87 επ., ιδίως σ. 143: «Η έννοια της αρμοδιότητας είναι άμεση απόρροια της αρχής της νομιμότητας, δεδομένου ότι η Διοίκηση οφείλει ή μπορεί να προβαίνει μόνο στις ενέργειες που προβλέπονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες δικαίου που τη διέπουν και συνεπώς, τα διοικητικά όργανα μπορούν να εκδίδουν νομίμως διοικητικές πράξεις (ΣτΕ 2006/1965, 1602/1987) … μόνον εφόσον έχουν σχετική αρμοδιότητα»]. Όπως ορθώς παρατηρείται, ακόμη και σε περίπτωση ερμηνευτικής αμφιβολίας, η επιλογή πρέπει να είναι η προστασία και όχι ο περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και συνταγματικών ελευθεριών (έτσι ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα, ό.π., σ. 415).
(Ε) Υπογραμμίζεται, τέλος, ότι η υπό κρίση απόφαση της ΔΙΣ - ως εκδοθείσα από αναρμόδιο διοικητικό όργανο το οποίο προέβη σε νόσφιση εξουσίας - τυγχάνει ανυπόστατη διοικητική πράξη, μη εξοπλισμένη ούτε με το ‘τεκμήριο νομιμότητας’ και, ως εκ τούτου, μη παράγουσα την οποιαδήποτε έννομη συνέπεια ή δέσμευση [Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., σ. 304-305· ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, ό.π., σ. 128 επ.· ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σ. 414: «Κράτος δικαίου είναι εκείνο στο οποίο η κρατική εξουσία περιορίζεται ή αυτοπεριορίζεται με κανόνες δικαίου σε όλες τις εκφάνσεις και λειτουργίες της»].
Περαιτέρω, τα ανωτέρω ελέγχονται και από το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αρμόδιο (95 § 1 περ. δ΄ Συντ.) και για τον έλεγχο της (συνταγματικής ή άλλης) νομιμότητας των σχεδίων κανονιστικών προεδρικών διαταγμάτων, που του υποβάλλονται προς επεξεργασία [βλ. ΟλομΣτΕ 3026/1972: «τα προεδρικά διατάγματα περί ιδρύσεως, καταργήσεως ή συγχωνεύσεως ΝΠΔΔ της Εκκλησίας, πρέπει προηγουμένως να τύχουν της προβλεπόμενης επεξεργασίας και ελέγχου νομιμότητας από το αρμόδιο Τμήμα του ΣτΕ»· ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σ. 164· Π. ΠΑΡΑΡΑΣ, «Η δεσμευτικότητα των Πρακτικών Επεξεργασίας Διαταγμάτων», ΤοΣ 1995, σ. 301 επ.· ΠρΕπεξ 304/1976, ΤοΣ 1976, 358· ΠρΕπεξ 547/1976, ΤοΣ 1977, σ. 713].
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 Ν. 4684/1930, «Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών», (ΕτΚ Α΄ 150/1930), όπως αυτός ακολούθως τροποποιήθηκε με τους Ν. 5141/1931, Ν. 5256/1931 και τελικώς κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 14/22-9-1931 (ΕτΚ Α΄ 328, βλ. και ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θρησκευτική Νομοθεσία, ό.π., 907-908) :
Άπασαι αι Μοναί αι έχουσαι ολιγωτέρους των εξ μοναχών, συγχωνεύονται προς άλλας Μονάς της ιδίας Μητροπόλεως, εχούσας μεγαλύτερον αριθμόν μοναχών, οριζομένας δε υπό του οικείου Ιεράρχου.
Δύναται όμως ούτος, επιβαλλομένης της κατά τα ανωτέρω συγχωνεύσεως Μονών, να ορίση ως κυρίαν Μονήν την τους ολιγωτέρους μοναχούς έχουσαν, εφ’ όσον αύτη έχει ιστορικήν ή προσκυνηματικήν σημασίαν. Μητρόπολις έχουσα μίαν μόνην Μονήν διατηρεί αυτήν ασχέτως του αριθμού των εν αυτή μοναχών, συμπληρούσαι αυτόν κατά τα ανωτέρω.
Η συγχωνευομένη Μονή αποβάλλει την νομικήν αυτής προσωπικότητα και καθίσταται μετόχιον της Μονής, μεθ` ης συνεχωνεύθη, εις ην περιέρχεται αυτοδικαίως η περιουσία αυτής και ης καθίστανται μέλη αυτοδικαίως οι κανονικοί μοναχοί και οι δόκιμοι της συγχωνευομένης Μονής.
Τα δε κατά την διοίκησιν του μετοχίου και λειτουργίαν του Ναού αυτού καθορίζει εκάστοτε ο οικείος Ιεράρχης (άρθρον 15 Νόμ. 5141).
Το λογικό ερώτημα που γεννάται, αφορά στην ερμηνευτική-εφαρμοστική σχέση των ανωτέρω ειδικών διατάξεων με τη μεταγενέστερη, μεν, όμως γενική διάταξη του άρθρ. 39 § 3 Ν. 590/1977 [όταν μάλιστα το ζήτημα της συνδυαστικής τους εφαρμογής τίθεται - ανεπίγνωστα, ίσως – από τις ίδιες υπό κρίση εκκλησιαστικές πράξεις, ήτοι: 4904/22-8-2011 απόφαση της ΔΙΣ, 429/1-9-2011 διαβιβαστική πράξη του Μητροπολίτη].
Και τούτο, για δύο προφανείς λόγους:
πρώτον, διότι η διάνοια του συντάκτη των υπόψη εκκλησιαστικών πράξεων, αναφερομένων ρητώς σε «διάλυσιν του νομικού προσώπου … συγχώνευσιν… κατάστασιν ως Μετοχίου» της συγχωνευόμενης Μονής, πρόσκειται πλησιέστερη, από πλευράς τουλάχιστον διατυπώσεως και ορολογίας, προς τους όρους και τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρ. 21 Ν. 4684/1930 (ίδετε ανωτέρω), παρά σε εκείνη του άρθ. 39 § 3 Ν. 590/1977· και
δεύτερον, ελλείψει άλλων διατάξεων, ρυθμιστικών του κεφαλαιώδους - για το δίκαιο των Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος - ζητήματος της συγχωνεύσεως αυτών.
2. Το άρθρο 2 ΑΚ, ενσωματώνοντας στο ισχύον θετό δίκαιο τον γενικό ερμηνευτικό κανόνα του προϊσχύσαντος ρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο ‘lex posterior derogat priori’, ορίζει ότι ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργεί ρητά ή σιωπηρά [αντί πολλών, βλ. F. REGELSBERGER, Γενικαί Αρχαί του δικαίου των Πανδεκτών, (μετάφρ. υπό Γ. Μαριδάκι), τόμ. Α’, Αθήναι ²1935, παρ. 2.6.5]. Συνεπώς, ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος (νεότερος) νόμος δεν καταργήσει αυτόν ρητά ή σιωπηρά.
Ρητή κατάργηση συντρέχει όταν ευθέως και σαφώς ο νεότερος νόμος ή κανόνας δικαίου καταργεί τον προγενέστερο· σιωπηρή, όταν τούτο συνάγεται από την αντίθετη ή ασυμβίβαστη διατύπωση του νεότερου, εν σχέσει προς τον παλαιότερο κανόνα δικαίου. Συνήθης τέτοια περίπτωση, συνιστά η ρύθμιση του ίδιου ζητήματος από νεότερη διάταξη, με τρόπο όμως αντίθετο ή διάφορο του προγενέστερου κανόνα δικαίου.
Πότε μεταγενέστερη διάταξη καταργεί (περιέχοντας αντίθετη ή διαφορετική ρύθμιση) ή δεν καταργεί την προγενέστερη, είναι ασφαλώς ζήτημα ερμηνείας, υποκείμενο στη διανοητική μεθοδολογική εργασία που υπαγορεύουν οι γνωστές ερμηνευτικές μέθοδοι των νομικών-κανονιστικών κειμένων [Κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Θεσσαλονίκη 82009, ιδίως σελ. 510 επ.· Π. ΣΟΥΡΛΑΣ, Justi atque injusti scientia – Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, Αθήνα 1995· Ι. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, Αθήνα 1978, ιδίως127 επ.].
Κατ’ αρχάς, ουδεμία διάταξη νόμου γνωρίζουμε η οποία να ποιείται ρητή κατάργηση του άρθρ. 21 ΠΔ της 14/22-9-1931. Για το λόγο αυτό, ορθώς η εν λόγω διάταξη περιελήφθη στις δύο εγκυρότερες και πληρέστερες συλλογές εκκλησιαστικής νομοθεσίας των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα μας [βλ. τη διάταξη σε: Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ - Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Εκκλησιαστική Νομοθεσία, Κείμενα και σχόλια, Αθήνα-Κομοτηνή, έτους 1984, σ. 451· ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θρησκευτική Νομοθεσία, ό.π., έτους 2009, σ. 907-908]. Ως ομολογημένη, άλλωστε, πρόθεση των συντακτών των ανωτέρω επίπονων ‘κωδικοποιήσεων’ παρίστατο ο συστηματικός έλεγχος περί των πράγματι ισχυουσών ειδικών διατάξεων της εκκλησιαστικής μας νομοθεσίας – η οποία από πολλών ετών εμφανίζει, δηλονότι, συμπτώματα πληθωρισμού - με αντικειμενικό σκοπό την ‘αποκαθάρση’ αυτών από όσες έχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καταργηθεί.
Ως εκ τούτου, απομένει να διαπιστωθεί αν η διάταξη του άρθ. 39 § 3, εδάφ. α΄, Ν. 590/1977 ρυθμίζει κατά τρόπο αντίθετο ή διάφορο το αντικείμενο του άρθρ. 21 του ΠΔ της 14/22-9-1931, οπότε και καταργεί σιωπηρώς την τελευταία, ως προγενέστερη διάταξη.
Ωστόσο, η προσεκτική και νηφάλια ανάγνωση των ανωτέρω διατάξεων, μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτές λειτουργούν μάλλον συμπληρωματικώς και όχι καταργητικώς η μία έναντι της άλλης. Όπως αβίαστα συνάγεται από το συμπληρωματικό πλάτος εφαρμογής κάθε μίας από τις εν λόγω διατάξεις, σκοπός του νομοθέτη του άρθ. 39 § 3, εδάφ. α΄, Ν. 590/1977, ήταν να εντάξει στο μεταγενέστερο θεσμικό πλαίσιο του Ν. 590/1977 το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρ. 21 ΠΔ της 14/22-9-1931, όχι όμως και να προβεί σε κατάργηση του τελευταίου [με το ερμηνευτικό αυτό συμπέρασμα προκύπτει ότι συμφωνούν και οι ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ - ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Εκκλησιαστική Νομοθεσία, οι οποίοι στο εν λόγω έργο τους, μετά την ολοσχερή παράθεση του άρθ. 21 Ν. 4684/1930, προσθέτουν σχολιάζοντας (σελ. 452) ότι: «Σύμφωνα με το ά. 39 § 3 Ν. 590/1977 … η συγχώνευση πρέπει να γίνει με Π.Δ.»].
3. Άλλωστε, τυχόν άποψη περί της καταργήσεως του άρθρ. 21 του Π.Δ. της 14/22-9-1931 από το άρθ. 39 § 3, εδάφ. α΄, Ν. 590/1977 πρέπει κατηγορηματικώς να αποκλειστεί διότι - όπως είχαμε ήδη την ευκαιρία να εξηγήσουμε - η πρώτη διάταξη ως ειδική (μάλλον ειδικότατη!) κατισχύει της δεύτερης, η οποία, αν και μεταγενέστερη, έχει εντούτοις σαφώς γενικό χαρακτήρα [‘Ο νεότερος γενικός νόμος δεν κατισχύει του προγενέστερου ειδικού’ (lex posterior generalis non derogat legi priori speciali), αρχή διασφαλιστική της λογικής ενότητας της έννομης τάξης· βλ. ad hoc και Κ. ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ, «Ο κανών ‘lex posterior generalis non derogat legi priori speciali  και η επ’ αυτού θέσις της επιστήμης και της συγχρόνου νομολογίας», Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Γ. Λιτζερόπουλο, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολή ΝΟΠΕ, Τμήμα Νομικής-, τόμ. Α’, Αθήνα 1985, σ. 47-67· ΜΑΥΡΙΑΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 209· ΣΟΥΡΛΑΣ, Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου. Justi atque injusti scientia, ό.π., σ. 171· ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 139-140· ΣΤΑΜΑΤΗΣ, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, ό.π., σ. 510-511].
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
1. Από την εμπεριεχόμενη τόσο στην απόφαση του τοπικού μητροπολίτη όσο και σε αυτήν της ΔΙΣ αιτιολογία, διαπιστώνουμε ότι τα εν λόγω διοικητικά όργανα δεν επικαλούνται προς λήψη του επαχθέστατου μέτρου της διαλύσεως-συγχωνεύσεως της ενδιαφερομένης Μονής, τυχόν αντικειμενικές δυσκολίες οργανώσεως, διοικήσεως ή λειτουργίας αυτής (όπως, ενδεχομένως, θα ήταν η λειψανδρία, ερήμωση ή εγκατάλειψη της Μονής, μολονότι πολλές εγκαταλελειμμένες Μονές ουδέποτε διαλύθηκαν ως νομικά πρόσωπα ή συγχωνεύτηκαν προς άλλες) αλλά σε αποδοκιμαζόμενη - κατά την κρίση πάντοτε των ίδιων οργάνων – συμπεριφορά των μελών της Αδελφότητας [βλ. για παράδειγμα την εκτενή αναφορά στις προηγηθείσες αποφάσεις των λεγόμενων ‘εκκλησιαστικών δικαστηρίων’, η συνταγματικότητα πάντως των οποίων ως ‘δικαιοδοτικών οργάνων’ είναι προ πολλού έντονα αμφισβητούμενη από τη νομική επιστήμη, βλ. ενδεικτικώς: Δ. ΛΑΖΑΡΙΜΟΣ, «Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια δεν είναι δικαστήρια», ΝοΒ 8 (1960) 1257-1259· Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Εκκλησιαστικά δικαστήρια: ζητήματα αντισυνταγματικότητας και προοπτικές», Σύναξη 90 (2004) 75-80· για τον λόγο αυτό, φρονώ ότι είναι απολύτως βάσιμες οι από 8-7-2011 προσφυγές του Ηγουμένου και των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής ενώπιον του ΕΔΔΑ, κατά του κύρους των αποφάσεων των εκκλησιαστικών δικαστηρίων].
Πρόκειται, συνεπώς, για μία κατ’ επίφασιν απλή διοικητική απόφαση, κατ’ ουσίαν, όμως, για μία προφανέστατη διοικητική ποινή - διοικητική κύρωση σε βάρος της Μονής και της Αδελφότητας αυτής.
2. Όπως όμως παρατηρείται [ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., σ. 421-422], οι διοικητικές ποινές (ή κυρώσεις) επιβάλλονται από τη Διοίκηση:
(α) μόνον όταν δεν αποσκοπούν ή δεν επιφέρουν τιμωρία, αλλά επιδιώκουν τη διασφάλιση της λειτουργίας της διοικήσεως, και
(β) εφόσον υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ αυτών και των επιδιωκόμενων νόμιμων σκοπών (αρχή της αναλογικότητας).
Και τούτο διότι η επιβολή διοικητικών ποινών ενέχει σοβαρούς κινδύνους αυθαιρεσίας εις βάρος των διοικουμένων, τα δε λαμβανόμενα μέτρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το «αυστηρώς απαραίτητο μέτρο»· διαφορετικά, η τυχόν παράνομη άσκηση διοικητικού καταναγκασμού δημιουργεί δικαιώματα αποζημίωσης των διοικουμένων που ζημιώθηκαν από αυτόν, και μπορεί να θεμελιώσει την ποινική ευθύνη του αρμόδιου υπαλλήλου [ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο, ό.π., σ. 118, πρβλ. Α. ΤΑΧΟΣ, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 92008, σ. 575].
3. Είναι προφανές, ότι η διάλυση-συγχώνευση μονής, στην οποία εγκαταβιώνει μία πολυμελής και δραστήρια Αδελφότητα νέων και μορφωμένων μοναχών, δεν πληροί ούτε τις ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, αποτελώντας έσχατο μέτρο ακόμη και για εκείνες τις μονές οι οποίες είτε έχουν από χρόνια εγκαταλειφθεί είτε η συνέχιση της επιβίωσής τους έχει καταστεί (για οικονομικούς ή άλλους λόγους) αντικειμενικώς αδύνατη.   
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Υποερώτημα Α΄:
1. Ως γνωστόν, απόρροια του ευρύτερου δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρ. 13 Συντ.) αποτελεί, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα των πιστών κάθε ‘γνωστού’ θρησκεύματος περί συστάσεως νομικών προσώπων θρησκευτικών σκοπών (μονών, ναών, σωματείων, ιδρυμάτων, αστικών εταιρειών κ.λπ.), τα οποία αυτοδιοικούνται στα πλαίσια των εσωτερικών τους κανονιστικών διοικητικών θεσμών [βλ. ιδίως: Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, Η θρησκευτική ελευθερία, Αθήναι 1972, σ. 117-118· ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ. 83-84 (: δικαίωμα του ‘συνεταιρίζεσθαι για θρησκευτικούς σκοπούς’ ή της ‘θρησκευτικής συνενώσεως’), οι οποίοι, επισημαίνοντας τη γενικότερη σημασία του εν λόγω δικαιώματος, εύστοχα υπογραμμίζουν ότι «χωρίς αυτό το δικαίωμα ‘αυτοδιοικήσεως’, που σημειωτέον καλύπτει όχι μόνον την κοινότητα ως σύνολο, αλλά και τις βασικές (σύμφωνα με το δίκαιό της) διοικητικές υποδιαιρέσεις, παραμένει ανενεργό το όλο ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας» (σ. 84)· ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο, ό.π., σ. 24· Κ. ΜΠΕΗΣ (επιμ.), Η θρησκευτική ελευθερία. Θεωρία και πράξη στην ελληνική κοινωνία και έννομη τάξη, Αθήνα 1997· C. PAPAGEORGIOU, «Freedom of Religion: A case of discrepancy between the Greek and the European Legal Order, before the European Court of Human Rights», in: Jurisdiction in Europe. Towards a Common Legal Method, Münster 1997].
Πλην του άρθ. 13 Συντ. 1975 (1986/2001/2008), τα ανωτέρω δικαιώματα προστατεύονται παράλληλα και από το άρθρ. 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Η ΕΣΔΑ υπεγράφη στη Ρώμη στις 4.11.1950, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του νεοσύστατου τότε Συμβουλίου της Ευρώπης, και ισχύει σήμερα μεταξύ των κρατών μελών του, συμπληρωμένη  από 13 Πρωτόκολλα. Μετά την κύρωσή της δυνάμει του N.Δ. 53/1974 (ΕτΚ Α’ 256), η ΕΣΔΑ κατέστη εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας, με αυξημένη μάλιστα, έναντι της κοινής νομοθεσίας, τυπική ισχύ (άρθ. 28 § 1 Συντ.). Η Σύμβαση αυτή, με κεντρικό όργανο εφαρμογής της το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ, Στρασβούργο), προβλέπει έναν άρτιο μηχανισμό ελέγχου των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει τα κράτη για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατέχει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Εν προκειμένω, το δικαίωμα συστάσεως αυτοδιοικούμενων θρησκευτικών νομικών προσώπων προστατεύεται κυρίως από το άρθρ. 9, επικουρικώς δε και από το άρθ. 11 (ελευθερία της συνένωσης) ΕΣΔΑ [αναλυτικότερα περί όλων των ανωτέρω, βλ. ιδίως: Γ. ΚΤΙΣΤΑΚΙΣ, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αθήνα 2004· Η. ΚΑΣΤΑΝΑΣ, «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας», Νομοκανονικά 2/2002, σ. 17-44· Π. ΝΑΣΚΟΥ-ΠΕΡΡΑΚΗ, Γ. ΚΤΙΣΤΑΚΙΣ, Οι ελληνικές υποθέσεις στο Στρασβούργο, τόμ. Α΄ (1991-2001), Βιβλιοθήκη Διεθνούς & Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου 16, Αθήνα 2006· Α. ΜΑΓΓΑΝΑΣ – Λ. ΚΑΡΑΤΖΑ, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Αποφάσεις και πρακτική του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, Αθήνα 2002· C. OVEYR. WHITE, European Convention on Human Rights, Oxford University Press, New York ³2002, ιδίως σελ. 264-275 και 300-320· C. PICHERAL, Lordre public européen. Droit communautaire et droit européen des droits de lhomme, Ceric, Paris 2001]. Οι διατάξεις αυτές έχουν ως εξής:
Άρθρον 9: [1] Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας· το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ' ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.
[2] Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
Άρθρον 11: [1] Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ’ άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του.
[2] Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους.
2. Ως ιδιαιτέρως αξιόλογη, ποσοτικά και ποιοτικά, πρέπει να θεωρείται η νομολογία του ΕΔΔΑ επί ζητημάτων προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας φυσικών ή νομικών προσώπων. Θεμέλιο προστασίας στην περίπτωση αυτή είναι το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που έχει ως εξής:
Άρθρον 1. - Προστασία της ιδιοκτησίας.
Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Πέραν της λοιπής, γενικότερου χαρακτήρα, νομολογίας για την προστασία της ιδιοκτησίας [ενδεικτικώς Cases: Sporrong & Lönnroth vs Σουηδίας (23.9.1982) – Λοϊζίδου vs Τουρκίας (23.3.1995) – Παπαμιχαλόπουλος κλπ vs Ελλάδας (24.6.19932) – Lithgow κ.λπ. vs Ηνωμένου Βασιλείου (8.7.1986) – Κατικαρίδης κ.λπ. vs Ελλάδας (24.10.1996) – Παπαχελάς vs Ελλάδας (25.3.1999) – Ιατρίδης vs Ελλάδας (24.10.1996), και πολλές άλλες], σκόπιμο κρίνεται εδώ να εστιάσουμε σε δύο εκκλησιαστικού αλλά και ελληνικού ενδιαφέροντος υποθέσεις, στις οποίες το περιεχόμενο και η μεθοδολογία του Στρασβούργου έδωσαν δείγματα έξοχης δικανικής γραφής.
Πρόκειται για τις αποφάσεις επί των υποθέσεων Ιερές Μονές versus Ελλάδος (9.12.1994) και Οικουμενικό Πατριαρχείο versus Τουρκίας (8.7.2008).
[Α] Στην υπόθεση Ι. Μονές κατά Ελλάδος [10/1993/405/483-484/9-12-1994· ΝοΒ 44 (1996) 287 επ.· Γ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Ι. Μονές κατά Ελληνικού Δημοσίου. Η 492/9-12-1994 Απόφαση του ΕΔΔΑ. Συμβολή στην ερμηνεία της ισχύουσας νομοθεσίας για την περιουσία των Ι. Μονών που δεν συμβλήθηκαν στη Σύμβαση του Ν. 1811/1988, Αθήνα-Τρίκαλα 2002· Κ. ΡΑΜΙΩΤΗΣ, Η Εκκλησία μέσα στην Ελληνική Πολιτεία, Τρίκαλα-Αθήνα 1997, ιδίως σ. 275 επ.· Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Χρησικτησία και εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 137-144], καταδικάστηκε η Ελλάδα, διότι κρίθηκε ότι η εφαρμογή των διατάξεων των Ν. 1700/1987, «Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας» (ΕτΚ Α’ 61) και 1811/1988, «Κύρωση της Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ι. Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΕτΚ Α΄ 231), οδηγούσαν σε αυθαίρετη και χωρίς συναίνεση αυτών στέρηση της ιδιοκτησίας των Ι. Μονών – ‘ιδρυμάτων με σημαντικό κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο’, όπως παρατηρούσε το Στρασβούργο.
Τούτο όμως αποτελούσε παραβίαση του δικαιώματος των Ι. Μονών στην ειρηνική απόλαυση της ιδιοκτησίας τους, όπως το δικαίωμα αυτό προστατεύεται από το άρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ [πρβλ. ΝΣΚ 275/1997, η οποία εφιστά στην ελληνική κυβέρνηση την αποφυγή παρόμοιων αυθαίρετων νομοθετικών ή διοικητικών μέτρων και την πλήρη συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, βλ. την ανωτέρω γνωμοδότηση και σε ΡΑΜΙΩΤΗΣ, ό.π., σ. 345 επ.].
[Β] Αναλόγως έκρινε το ΕΔΔΑ και επί της υποθέσεως Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά Τουρκίας [προσφυγή 14340/05, απόφαση της 8-7-2008· Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου 28 (2008) 725-727· Νομοκανονικά 1/2009, 71-91], νομολογώντας ότι:
(α) H στέρηση της ιδιοκτησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως αυθαίρετη αφαίρεση προστατευόμενης από την ΕΣΔΑ περιουσίας νομικού προσώπου.
Ειδικότερα, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με προσφυγή του βάσει του άρθρου 34 ΕΣΔΑ, ζήτη­σε την προστασία του δικαιώματός του για σεβασμό στην περιουσία του, επικαλούμενο παραβίαση των άρθρ. 1 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, 14 και 6 § 1 ΕΣΔΑ, λόγω παράνομης στέρησης της ιδιοκτησίας του στο Βακούφιο του Ορφανοτροφείου της Πριγκίπου.
Είναι εν προκειμένω άκρως ενδιαφέρον – διότι παρουσιάζει ευθείες αναλογίες με την υπό κρίση υπόθεσή μας - ότι η τουρκική κυβέρνηση χαρακτήρισε το επίδικο ακίνητο του Βακουφίου της Πριγκίπου ως κατ’ ουσία μη έχον ιδία διοίκηση (βλ. Νομοκανονικά, ό.π., σ. 73: «Παράγρ. 13. Στις 22 Ιανουαρίου 1997, επικαλούμενη το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 2762, η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων εξέδωσε απόφαση με την οποία χαρακτήριζε το Ίδρυμα του Ορφανοτροφείου ως κατειλημμένο (mazbut), ενώ μέχρι τότε ανήκε στην κατηγορία των προσαρτημένων βακουφίων (mülhah). Στην απόφαση αναφερόταν ότι, καθώς το Βακούφι του Ορφανοτροφείου είχε παύσει τη φιλανθρωπική δράση του, το διοικητικό συμβούλιό του είχε καθαιρεθεί και τη διαχείρισή του είχε αναλάβει η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων» (υπογραμμίσεις ιδικές μας).
Το ΕΔΔΑ ουδόλως πείσθηκε από τις ανωτέρω τουρκικές θέσεις, αποφασίζοντας  ότι, με την αφαίρεση της περιουσίας του νομικού προσώπου του Πατριαρχείου, ιδίως του Ορφανοτροφείου της Πριγκίπου, συντελέσθηκε πράγματι στέ­ρηση της ιδιοκτησίας του Πατριαρχείου από την τουρκική κυβέρνηση, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναλογικότητας.
(β) Στην ανωτέρω υπόθεση, το ΕΔΔΑ ερεύνησε τρία σημαντικά ζητήματα: (Ι) την έννοια της περιουσίας και τα όρια της νόμιμης επέμβασης στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος, (ΙΙ) την ύπαρξη δημοσίου συμφέρο­ντος, που να δικαιολογεί την επέμβαση, και (ΙΙΙ) αν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας με την επέμβαση αυτή.
(Ι) Το ΕΔΔΑ, ενισχύοντας την προηγού­μενη σχετική νομολογία του, υπογράμμισε τον ‘αυτόνομο’ χαρα­κτήρα της έννοιας της ιδιοκτησίας, στοιχείο που την καθιστά ανεξάρτητη από επίσημες ερμηνείες του όποιου εσωτερικού δικαίου. Το Δικαστήριο, ερευνώντας τα πραγματικά περιστατικά, διαπίστωσε ότι η αγορά του επίδικου ακινήτου έγινε με δαπάνες του ίδιου του Πατριαρχείου, προκειμένου να λειτουργήσει ως Ορφανοτροφείο (Ίδρυμα), γεγονός που καθιστούσαν το νομικό πρόσωπο του Πατριαρχείου κύριο της εν λόγω ιδιοκτησίας. Το ΕΔΔΑ επεσήμανε κατηγορηματικά ότι το Πατριαρχείο ουδέποτε δώρισε ή με κάποιον άλλο τρόπο μεταβίβασε την περιουσία του, ενώ ακόμη και οι τουρκικές αρχές απευθύνονταν εγγρά­φως σε αυτό, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη. Ακόμη και μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στην Τουρκία και την θέση σε ισχύ του Τουρκικού Αστικού Κώδικα και του Νόμου ‘περί Ιδρυμάτων’, καμία τουρκική αρχή δεν αμφισβήτησε την ανωτέρω κυριότητα του Πατριαρχείου. Άρα, η εν λόγω περιουσία είχε χαρακτήρα απολύτως ιδιωτικό, γεγονός που την υπήγαγε στη σφαίρα της προστασίας του άρθρου 1 Πρώτου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ.
(ΙΙ) Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επέμβαση του τουρκικού Κράτους στην ιδιωτική περιουσία του Πατριαρχείου δεν μπορούσε με κανένα πειστικό τρόπο να δικαιολογηθεί από την αρχή του ‘δημόσιου συμφέροντος’, που επεκαλείτο η τουρκική κυβέρνηση.
(ΙΙΙ) Τέλος, σε συνέχεια των μνημονευθεισών αποφάσεών του [Sporrong & Lönnroth vs Σουηδίας (23.9.1982) κ.ά.], το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια θέση του περί της επιτακτικής ανάγκης για σεβασμό της περιουσίας και της συνδρομής της αρχής της αναλογικότητας (βλ. κατωτέρω), μετα­ξύ αφενός μεν των μέσων που χρησιμοποιούνται από τη Διοίκηση, και, αφετέρου, του σκοπού κάθε στέρησης της ιδιοκτησίας.
(γ) Όπως παρατηρείται [Α. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Σχολιασμός της ανωτέρω αποφάσεως, Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, ό.π., σ. 728], από την απόφαση συνάγεται ότι το ΕΔΔΑ «τείνει, κατά τρόπο κατηγορη­ματικό, σαφή και αιτιολογημένο, σε υποστήριξη των ατομικών δικαιωμάτων, δικαιώνοντας σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς του Πατριαρχείου». Και προσθέτει η ίδια έγκριτη νομικός: «Γεννάται πλέον το αγωνιώδες ερώτημα κατά πόσον οι διατάξεις της απόφασης του ΕΔΔΑ θα εκτελεστούν και οι αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου, που αφορούν στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, θα εφαρ­μοστούν στην πράξη».
3. Συνεπώς, οι υπό κρίση αποφάσεις του Μητροπολίτη και της ΔΙΣ παραβιάζουν ευθέως:
(α) το δικαίωμα αυτοδιοικήσεως του ΝΠΔΔ της Ιεράς Μονής, βάσει του Εσωτερικού της Κανονισμού και των ιδικών της διοικητικών οργάνων, όπως τούτο εντάσσεται στο ευρύτερο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας (13 Συντ. - 9 ΕΣΔΑ), και  
(β) το δικαίωμα της Μονής και της Αδελφότητας αυτής στην ειρηνική απόλαυση και μη στέρηση της ιδιοκτησίας του νομικού της προσώπου, όπως το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρ. 17 Συντ., κυρίως όμως από το άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Υποερώτημα Β΄:
1. Η συνταγματικώς κατοχυρωμένη – ήδη με την αναθεώρηση του έτους 2001 - αρχή της αναλογικότητας (25 § 1, εδ. δ΄ Συντ.), αποτελεί σήμερα μία από τις πλέον σημαντικές αρχές οριοθετήσεως και περιορισμού της δράσεως της Δημοσίας Διοικήσεως. Ο εννοιολογικός πυρήνας της αρχής επιτάσσει ώστε, κάθε επαχθές μέτρο το οποίο λαμβάνεται από τη Διοίκηση σε βάρος των διοικουμένων, να διακρίνεται από ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά, όπως :
- να είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού,
- να τελεί σε μία εύλογη σχέση ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, και
- μην προκαλεί στο διοικούμενο βλάβη δυσανάλογη, σε σχέση με την επιδιωκόμενη από τη λήψη του μέτρου, δημόσια ωφέλεια.
Η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει στη Διοίκηση την επιβολή του αναγκαίου, και μόνον, μέτρου στους περιορισμούς των συνταγματικών δικαιωμάτων. Η Πολιτεία υπέχει συνταγματική υποχρέωση να προσανατολίζεται κατά την πραγματοποίηση των θεσμικών της επιδιώξεων στην επιλογή εκείνου του νόμιμου και αποτελεσματικού μέσου, που συνεπάγεται την αναλογικά μικρότερη επιβάρυνση στις ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα των διοικουμένων. Ή, όπως γλαφυρά έχει ειπωθεί, «η αστυνομία να μην βάλλει κατά των σπουργιτιών με κανόνια» [Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, ό.π., σ. 90· από την λοιπή πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. ιδίως: Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, Η αρχή της αναλογικότητας, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 16 επ.· Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΑ-ΘΕΟΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Η αρχή της αναλογικότητας στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 25 επ. Από το εξαίρετο επιστημονικό αφιέρωμα του περιοδικού ‘Δικαιώματα του Ανθρώπου’ με τίτλο ‘Κράτος Δικαίου και Αρχή της Αναλογικότητας’, Αθήνα 2005-2006, βλ. ιδίως: τόμ. Ι, Φ. ΔΩΡΗΣ, «Η αρχή της αναλογικότητας στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων» (σ. 25-77) – Κ. ΓΩΓΟΣ, «Πτυχές του ελέγχου αναλογικότητας στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» (σ. 299-320), και τόμ. ΙΙ: Η. ΚΑΣΤΑΝΑΣ, «Η αρχή της δίκαιης ισορροπίας στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (σ. 215-267)].
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η αρχή της αναλογικότητας - απορρέοντας η ίδια από την θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου - θέτει αυστηρά όρια στην άμετρη ή υπερβολική προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων φυσικών ή νομικών προσώπων (όπως λ.χ. είναι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας ή της απολαύσεως της ιδιοκτησίας), εξαιτίας της διοικητικής δράσεως. Δεν είναι, συνεπώς, απορίας άξιο, που η αρχή αυτή γνώρισε και συνεχίζει, με αυξανόμενη συχνότητα, να γνωρίζει πλουσιότατη νομολογιακή εφαρμογή από το Συμβούλιο της Επικρατείας (δικαιοδοτικό όργανο ελέγχου της δημόσιας διοικήσεως), τα άλλα (διοικητικά, αστικά ή ποινικά) δικαστήρια της χώρας μας, καθώς και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ιδιαίτερη ευαισθησία στην εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας έχει να επιδείξει το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αρμόδιο για το συνταγματικό έλεγχο των υπό επεξεργασία προεδρικών διαταγμάτων. Κατά την πρακτική που είχε επικρατήσει, n επεξεργασία των διαταγμάτων από το ΣτΕ αφορά άμεσα τη νομιμότητα της υπό έκδοση κανονιστικής πράξεως (‘νομιμότητα’ με την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και τη συνταγματικότητα και τη μη αντίθεση προς το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την ΕΣΔΑ· βλ. ad hoc ΣτΕ 1433/2002 (Ε΄ Τμήμα), υπόθεση στην οποία η Γενική Διεύθυνση Θρησκευμάτων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ζήτησε από την Δ.Ι.Σ. την επανεξέταση του θέματος διαλύσεως και συγχωνεύσεως ορισμένης Μονής της μητροπόλεως Αττικής «για λόγους νομιμότητος».
2. Ιδιαιτέρως σημαντική κρίνεται η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο της κυρωτικής αρμοδιότητας της Διοίκησης, δεδομένου ότι η διοικητική αυτή λειτουργία συχνά συνεπάγεται έντονη ή και ακραία προσβολή των ατομικών δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό, θα έπρεπε οι κυρωτικής φύσεως διοικητικές αποφάσεις να τίθενται προηγουμένως υπό την κρίση της τακτικής δικαιοσύνης, στο πλαίσιο της εγγυητικής ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα λειτουργίας της τελευταίας.
Σε προηγούμενη σελίδα εκτέθηκαν οι προφανείς λόγοι για τους οποίους η απόφαση της ΔΙΣ, υπό το πρόσχημα μίας απλής διοικητικής αποφάσεως, δεν συνιστά παρά μία ακραία μορφή κολασμού, υπό τον προσχηματικό μανδύα της ‘διοικητικής πράξεως’. Για το λόγο αυτό, η ίδια συνοδική απόφαση, επιβάλλοντας κατ’ ουσίαν μία εξοντωτική διοικητική κύρωση-ποινή, χαρακτηρίζεται από ένα σοβαρότατο έλλειμμα νομιμότητας, που συνιστά κατάφωρη παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Πρόκειται για βαρύτατη κύρωση, χωρίς μάλιστα τη συνταγματική εγγύηση της δικαστικής κρίσης, που έχει ως αποτέλεσμα οι διοικούμενοι (Μονή και μέλη της αδελφότητας) να υπόκειται σε ακραίο και δυσανάλογο διοικητικό κολασμό.
Άλλωστε, προφανής σκοπός της διατάξεως του 39 § 3 Ν. 590/1977, δεν ήταν η διάλυση και συγχώνευση της Μονής να αποτελεί ‘διοικητική ποινή’ ή ‘διοικητική κύρωση’, αλλ’ αναπόφευκτη ανάγκη εφόσον η Μονή δεν μπορούσε να λειτουργήσει διότι εξέλιπαν τα μέλη της Αδελφότητας είτε διότι αυτά μειώθηκαν κάτω ενός ορισμένου αριθμού είτε διότι η μονή ερημώθηκε για διάφορους άλλους λόγους.
ΙV. ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
[1] Οι υπ’ αριθμ. 4904/22.8.2011 Συνοδική Απόφαση και 403/18.8.2011 Πράξη του μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου, είναι ολοσχερώς παράνομες, ως εκδοθείσες κατά προφανή παραβίαση ουσιώδους τύπου της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας. Ειδικότερα:
(α) Ουδόλως προηγήθηκε νόμιμη σχετική απόφαση εκ μέρους της Ολομέλειας της Αδελφότητας, με τα αυξημένα ποσοστά που προβλέπει ο Εσωτερικός Κανονισμός της υπόψη Μονής. Όπως προβλέπεται από τον εν λόγω Κανονισμό, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικό νόμο του Κράτους (43 § 2 Συντ.), η Ολομέλεια της Αδελφότητας, ως ανώτατο όργανο αυτοδιοικήσεως της Μονής, είναι η καθ’ ύλην αρμόδια να αποφασίσει επί του μείζονος ζητήματος της διαλύσεως και συγχωνεύσεως του νομικού προσώπου της Μονής (τεκμήριο αρμοδιότητας: άρθ. 34 εδ. ε΄ Καν. – απόφαση περί μετατροπής της Μονής εις Μετόχιο άλλης: άρθ. 62 εδ. γ΄ Καν).
Η συστηματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθ. 34 §  4 Ν. 590/1977, επιβάλλει να συνεκτιμηθεί το περιεχόμενο του εδαφίου β΄, άρθ. 2, περ. γ΄ Κ. 39/1972, κατά το οποίο απαιτείται η ομόψηφος γνώμη των μελών της Αδελφότητος για μία ελάσσονος (σε σχέση με τη διάλυση-συγχώνευση) σημασίας απόφαση, όπως είναι η απλούστερη μετατροπή της επαρχιακής Μονής σε συνοδική σταυροπηγιακή.
Οι διατάξεις του Κανονισμού της Μονής ως μεταγενέστερες και ειδικές, υπερισχύουν της αυτής τυπικής ισχύος διατάξεως του άρθ. 39 § 4 Ν. 590/1997, ενώ αναγνωρίζονται ως αυξημένης ισχύος επί ζητημάτων αυτοδιοικήσεως της Μονής.
Η έγκριση των κανονισμών των μονών και από μη μοναστηριακές αρχές (κατά τόπους μητροπολίτες και ΔΙΣ), δεν προβλέπεται από τη διάταξη της § 4 του άρθ. 39 Ν. 590/1977. Η τελευταία, ως μόνο αρμόδιο όργανο περί του όλου ζητήματος της εκδόσεως εσωτερικού κανονισμού κάθε ενδιαφερόμενης μονής, αναφέρει ρητώς το ηγουμενοσυμβούλιο αυτής, και ουδέν άλλο όργανο ή αρχή (εκκλησιαστική ή πολιτειακή).
Εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως ευρίσκεται, για τους ίδιους λόγους, και το άρθ. 17 § 4 Κ. 160/2004, «περί λειτουργίας των Συνοδικών Επιτροπών», που ορίζει ότι, μεταξύ των αρμοδιοτήτων της ‘Συνοδικής Επιτροπής επί του Μοναχικού Βίου’, περι­λαμβάνεται και «η επεξεργασία των Εσωτερικών Κανονισμών λειτουργίας των Μοναστικών Αδελ­φοτήτων και η προώθησις αυτών προς έγκρισιν υπό της ΔΙΣ».
(β) Συνιστούν παράνομη επέμβαση στη σφαίρα αυτοδιοικήσεως της Μονής ως ΝΠΔΔ (1 § 4 Ν. 590/1977), όπως η εν λόγω αυτοδιοίκηση κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του Κανονισμού αυτής, έναντι επεμβάσεων οιουδήποτε τρίτου.
(γ) Αν και η Ι. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου ασκεί - τόσον εκ των διατάξεων του Κανονισμού της, όσο και εν τη πράξει – πλουσιότατη κοινωφελή δραστηριότητα, εντούτοις, οι ανωτέρω εκκλησιαστικές πράξεις ουδόλως γνωστοποιήθηκαν προς το Υπουργείο Οικονομικών, συναρμόδιο να αποφασίσει σχετικώς. Και τούτο, διότι η τυχόν υλοποίηση μίας τέτοιας αποφάσεως θα ματαίωνε την εκτέλεση των κοινωφελών σκοπών, η μέριμνα περί της εκπληρώσεως των οποίων ανήκει, κατά νόμο, στη δικαιοδοσίας του ανωτέρω Υπουργείου (ΟλομΑΠ 41/2005: ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η περιουσία μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου περιέρχεται υποχρεωτικά, μετά τη διάλυσή του, σε άλλο ομοταγές νομικό πρόσωπο, παραβιάζει ευθέως τα άρθρα 12 (δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι) και 17 (προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας) του Συντάγματος), πρβλ. ΑΠ 385/1992).
[2] Οι ανωτέρω πράξεις των εκκλησιαστικών αρχών, ως εκδοθείσες από αναρμόδια διοικητικά όργανα κατά νόσφιση εξουσίας, τυγχάνουν ανυπόστατες διοικητικές πράξεις, μη εξοπλισμένες, για το λόγο αυτό, ούτε με το ‘τεκμήριο νομιμότητας’ και μη παράγουσες την οποιαδήποτε έννομη συνέπεια ή δέσμευση.
[3] Τυχόν αποδοχή του ανωτέρω αιτήματος της ΔΙΣ εκ μέρους του Υπουργείου, θα αντέβαινε, λόγω του προκύπτοντος κατά τα ανωτέρω σαφούς ελλείμματος νομιμότητας της όλης διαδικασίας, στις θεμελιώδεις κρατικο-δικαιικές αρχές της νομιμότητας, της χρηστής διοικήσεως, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Περαιτέρω, τυχόν υπό έκδοση Π.Δ. θα ετύγχανε, για τους ίδιους λόγους, ελεγκτέο από το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αρμόδιο και για τον έλεγχο της (συνταγματικής ή άλλης) νομιμότητας των υπό επεξεργασία σχεδίων κανονιστικών Π.Δ. (95 § 1 περ. δ΄ Σ.).
[4] Αντίκειται ευθέως στη συνταγματική και ευρωπαϊκή τάξη και νομιμότητα η αποστέρηση των ατομικών δικαιωμάτων, συνεπεία επιβολής θρησκευτικής ποινής. Το Σύνταγμα επιβάλλει ώστε οι συνέπειες του όποιου θρησκευτικού ‘επιτιμίου’ να περιορίζονται αυστηρά και μόνον στο χώρο της θρησκευτικής ζωής, στερώντας απλώς στον επιτιμούμενο τη συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, όχι όμως και την άσκηση των ατομικών του ελευθεριών, οι οποίες τελούν υπό την εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ.
[5] Ουδέποτε το Συμβούλιο της Επικρατείας ‘έκρινε νόμιμο’ το επιτίμιο της ακοινωνησίας, αρνούμενο παγίως να αποφανθεί επ’ αυτού, ως μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία ανήκει στα interna corporis της Εκκλησίας και διαφεύγει του ακυρωτικού του ελέγχου (ΣτΕ 2154/1988, ΟλΣτΕ 2976-2991/1996, 615-616/2004, 685-688/2011).
Ορθή η μειοψηφία της ΣτΕ 2154/1988, κατά την οποία, όταν τα ‘πνευματικά εκκλησιαστικά επιτίμια’ αποδοκιμάζουν ατομικά δικαιώματα των πολιτών, έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το ίδιο το Σύνταγμα, διότι κωλύουν την άσκηση δικαιωμάτων που αυτό παρέχει στον πολίτη. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα που παράγει η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι πια επιτίμιο πνευματικής φύσης, διότι η πράξη εισβάλλει στο χώρο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών, παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα και καμιά πράξη της Εκκλησίας που παραβιάζει το Σύνταγμα της Πολιτείας δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη πνευματική και ανέλεγκτη. Όλα τα όργανα του κράτους, άρα και τα δικαιοδοτικά, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου.
[6] Η μεταγενέστερη αλλά γενική, κρίσιμη διάταξη του άρθρ. 39 § 3 Ν. 590/1977, δεν κατήργησε την ειδικότατη προγενέστερη του άρθρου 21 Ν. 4684/1930, η οποία επιτρέπει τη συγχώνευση των μονών μόνον εφόσον αυτές έχουν λιγότερους από έξι (6) μοναχούς. Για το λόγο αυτό, επιβάλλεται η συνδυαστική τους εφαρμογή, γεγονός που τίθεται – εμμέσως πλην σαφώς - από τις ίδιες υπό κρίση εκκλησιαστικές πράξεις.
[8] Οι κρίσιμες εκκλησιαστικές πράξεις, μόνον κατ’ επίφαση μπορούν να θεωρηθούν σαν απλές διοικητικές αποφάσεις. Από την εκτενέστατη αιτιολογία τους, προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, ότι αποδίδουν στο μέτρο της διαλύσεως-συγχωνεύσεως της Μονής χαρακτήρα σαφούς διοικητικής ποινής-κυρώσεως (κολασμού) σε βάρος της Μονής και της Αδελφότητας αυτής.
Υπό αυτήν όμως την έννοια, οι εν λόγω πράξεις παρίστανται ως μη νόμιμες, αφενός μεν διότι αποσκοπούν στην τιμωρία των διοικουμένων (και όχι, ως θα όφειλαν, στη διασφάλιση της λειτουργίας της διοικήσεως), αφετέρου δε διότι έχουν τόσο δυσανάλογο περιεχόμενο, ώστε να μην πληρούν τις στοιχειώδεις καν απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας (άρθ. 25 § 1, εδ. δ΄ Συντ.). Και τούτο διότι, όπως είναι προφανές, η διάλυση-συγχώνευση μίας μονής θα αποτελούσε έσχατο μέτρο, ακόμη και για εκείνη η οποία είτε έχει από χρόνια εγκαταλειφθεί είτε η συνέχιση της επιβίωσής της έχει καταστεί (για οικονομικούς ή άλλους λόγους) αντικειμενικώς αδύνατη – πόσω μάλλον όταν πρόκειται για Μονή στην οποία μάλιστα εγκαταβιώνει μία πολυμελής και δραστήρια Αδελφότητα νέων και μορφωμένων μοναχών, με τεράστιο κοινωνικό, κοινωφελές και φιλανθρωπικό έργο.   
[9] Οι υπόψη εκκλησιαστικές πράξεις αντίκεινται στο δικαίωμα θρησκευτικής αυτοδιοικήσεως των πιστών (13 Σ. – 9 ΕΣΔΑ), που περιλαμβάνει
αφενός μεν το δικαίωμά τους να ιδρύουν νομικά προσώπων θρησκευτικών σκοπών, τα οποία και να αυτοδιοικούνται στα πλαίσια των εσωτερικών τους κανονιστικών διοικητικών θεσμών,
αφετέρου, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα να αποκτούν, διοικούν και διαχειρίζονται ειρηνικά την ιδιοκτησία τους (άρθ. 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου).
Επισημαίνεται συναφώς ότι:
(α) Στην υπόθεση Ι. Μονές κατά Ελλάδος [9-12-1994) καταδικάστηκε η Ελλάδα, διότι κρίθηκε ότι η εφαρμογή των Ν. 1700/1987 και 1811/1988, θα είχε ως αποτέλεσμα την αυθαίρετη και χωρίς συναίνεσή τους στέρηση της ιδιοκτησίας των μονών.
(β) Στην υπόθεση Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά Τουρκίας [8.7.2008) καταδικάσθηκε και η χώρα αυτή διότι, υπό το πρόσχημα ότι το ‘Βακούφι του Ορφανοτροφείου της Πριγκίπου’ δεν είχε ιδία διοίκηση, προέβη σε αφαίρεσή του από την ιδιοκτησία του Πατριαρχείου (αυθαίρετη αφαίρεση προστατευόμενης από την ΕΣΔΑ περιουσίας νομικού προσώπου).
Ας μάς επιτραπεί να υπογραμμίσουμε τις αναλογίες της αποφάσεως αυτής με την παρούσα, δεδομένου ότι τυχόν εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων των εκκλησιαστικών αρχών - και δη υπό τον αυτό προσχηματικό μανδύα ότι η Μονή στερείται νομίμου διοικήσεως – θα είχε ως αποτέλεσμα την αυθαίρετη στέρηση της ιδιοκτησίας του νομικού προσώπου της Μονής.
[10] Τέλος, οι ίδιες εκκλησιαστικές πράξεις παραβιάζουν ευθέως την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (25 § 1, εδ. δ΄ Σ.), ως μη πληρούσες τα κριτήρια αυτής. Η συνοδική απόφαση, επιβάλλοντας κατ’ ουσίαν μία εξοντωτική διοικητική κύρωση-ποινή, χαρακτηρίζεται από ένα σοβαρότατο έλλειμμα νομιμότητας, που συνιστά κατάφωρη παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Προφανής, άλλωστε, σκοπός της διατάξεως του 39 § 3 Ν. 590/1977, δεν ήταν η διάλυση και συγχώνευση της Μονής να συνιστά ή να λειτουργεί ως ‘διοικητική ποινή’ ή ‘διοικητική κύρωση’, αλλά να αποτελεί αναπόφευκτη κατάληξη όταν, για αντικειμενικούς λόγους, η Μονή δεν μπορεί να λειτουργήσει είτε διότι εξέλιπαν τα μέλη της Αδελφότητας αυτής ή μειώθηκαν κάτω ενός ορισμένου αριθμού είτε διότι η μονή ερημώθηκε για διάφορους άλλους λόγους [ad hoc: ΣτΕ 1433/2002 (Ε΄ Τμήμα): επανεξέταση από την ΔΙΣ του θέματος διαλύσεως και συγχωνεύσεως ορισμένης Μονής, «για λόγους νομιμότητος»].
Θεσσαλονίκη, 16 Ιανουαρίου 2011
Ο γνωμοδοτών
Κων. Παπαγεωργίου
Λέκτορας Εκκλησιαστικού Δικαίου
Νομικής Σχολής, Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου