Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

ΑΝΑΣΤΑΤΟΣ Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΕ ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΤΟΣ Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΕ ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ
E-mailΕκτύπωσηPDF
Του Γιώργου Θεοχάρη
«Διωγμός» του Κοινοβιακού Μοναχισμού ;
Το γύρο του κόσμου διεθνώς, έκαναν τα στιγμιότυπα των τελευταίων ημερών, που διαδραματίστηκαν παραμονές Χριστουγέννων, στο επισκοπείο της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου, με αφορμή επισκοπική «δίκη» κατά Ιερομονάχου.
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν για μια ακόμη φορά τα όσα αφορούν στην πασίγνωστη και δραστήρια πολυμελή κοινοβιακή Αδελφότητα της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
Το μακροχρόνιο πρόβλημα, ήδη αξιολογείται από πολλούς μοναστηριακούς, εκκλησιαστικούς και πολιτικούς κύκλους και ειδικά και από τους αγιορείτες πατέρες, ως ένα είδος νέου «διωγμού του κοινοβιακού μοναχισμού», μέσα στους κόλπους της κρατικής Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η τελευταία μάλιστα πρωτοφανής για τα ορθόδοξα νομοκανονικά δεδομένα, ενέργεια – απόφαση της Διαρκούς Ι. Συνόδου, να «αποφασίζει» μονομερώς και να «διαγράφει» μοναχούς από τα βιβλία - μοναχολογίου της κάθε Μονής, έπεισε πλέον ότι ήδη η νεώτερη εκκλησιαστική ιστορία στην Ελλάδα κινδυνεύει να περάσει σε φάση πλήρους «εκκοσμίκευσης» της ελλαδικής κρατικής Εκκλησίας.
Οι συνέπειες αυτής της «πρακτικής», αν τελικά επικρατήσει, αναμένονται ως λίαν καταστρεπτικές, για τον κοινοβιακό μοναχισμό, παρά τα όσα προσχηματικά επικαλείται η «διοικούσα» Εκκλησία.

Η προτεινόμενη «διάλυση» μιας Μονής, όταν προτείνεται από στόμα εχθρών της Εκκλησίας, δεν προκαλεί το σοκ που προκάλεσε η σχετική ως άνω απόφαση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, του Αρχιεπισκόπου και της Ιεράς Συνόδου, που συνοδεύτηκε παράλληλα από ταυτόχρονη «απαγόρευση» τελέσεως Θείας Λατρείας, από επιβολή «επιτιμίου ακοινωνησίας» και από διαγραφή – αποπομπή Μοναχών από τη Μονή της μετανοίας τους, όπου η Εκκλησία τους «όρκισε» να παραμείνουν «έως θανάτου».
Αναπάντητο επίσης και λίαν αντιφατικό το γεγονός, πώς η «διοίκηση» από τη μια πλευρά προτείνει «διάλυση» Ι. Μονής και ταυτόχρονα επιβάλλει «επιτίμια» και διοικητικές «ποινές»;

Η στρατηγική του Μητροπολίτη Ναυπάκτου

Η σημερινή εμπλοκή και το αδιέξοδο είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου «τακτικής» του Μητροπολίτη κ. Ιερόθεου Βλάχου. Όπως ήδη καταγγέλλεται και δημοσίως, δεν είναι λίγα τα γεγονότα εκείνα, που οδήγησαν τελικά τους Μοναχούς σε πλήρη αδυναμία, στο να μπορούν να «εκτελέσουν» τα όσα ο κ. Ιερόθεος ως Μητροπολίτης «απαιτούσε». Αποκαθήλωση του ιδρυτή της Μονής Αρχιμ. κ. Σπυρίδωνα Λογοθέτη, από τη θέση του Καθηγουμένου.

Αλλεπάλληλες εκλογές για ανάδειξη νέου Ηγουμένου και μελών Ηγουμενοσυμβουλίου, πιέσεις για παράνομες χρηματικές «κρατήσεις» και ποσοστά (μετάφραζε προμήθειες) από εκτελούμενα έργα, διοικητικές ποινές και επιτίμια κάθε είδους, εμπλοκή της Ι. Συνόδου, «εκβιασμοί» μοναχών να εγκαταλείψουν τη Μονή, στέρηση παρανόμως κάθε μισθοδοσίας προς τους Ιερομονάχους Κληρικούς, ψευδείς και δυσφημιστικές εγκύκλιοι, καταγγελτήρια έγγραφα και συκοφαντικά δημοσιεύματα του Μητροπολίτη προς κάθε κατεύθυνση κλπ.

Έτσι, με επιμέλεια «στήθηκε» η μόνιμη ψευδής κατηγορία των «ανυπάκουων» και «απείθαρχων» μοναχών, η οποία συνεχίζει να προβάλλεται επιμελώς σε κάθε αρμόδια εκκλησιαστική ή άλλη Αρχή, στη δικαιοσύνη, στις υπηρεσίες κλπ. φθάνοντας ως την πρωτάκουστη πρόταση απόφαση του επιχώριου Μητροπολίτη Ιεροθέου, του Αρχιεπισκόπου και της Ιεράς Συνόδου, για «διάλυση» της Μονής!

Η πολιτική διάσταση του προβλήματος
Αγιορείτες Πατέρες, εκφράζουν την ανησυχία τους με τα όσα βλέπουν να γίνονται και παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις όποιες εξελίξεις, του πρωτοφανούς σκληρού διωγμού της κοινοβιακής Αδελφότητος της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναυπάκτου.

Το όλο ζήτημα ήδη έχει λάβει πλέον και καθαρά πολιτική διάσταση, από τη στιγμή μάλιστα που το πρόσωπο του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου, ήδη «αναμείχθηκε» θεσμικά, ως Προέδρου της Δ.Ι.Σ., αλλά και διότι ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου εμφανίζεται από δημοσιογραφικούς κύκλους, ως άνθρωπος κλειδί, του στενού περιβάλλοντος του Αρχιεπισκόπου Οι ευθύνες πλέον για τις όποιες εξελίξεις, βαρύνουν προσωπικά τον Πρώτο τη τάξει, Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο.

Εξ άλλου, οι «πιέσεις» προς το Υπουργείο Παιδείας, που έχει θεσμικά από πλευράς Ελληνικής Πολιτείας, την αποκλειστική πολιτική ευθύνη, να εκτελέσει τις όποιες «επιθυμίες» της Ελλαδικής Εκκλησίας, έχουν ενοχλήσει αφάνταστα τον Υπουργό, κ. Κων. Αρβανιτόπουλο, ο οποίος σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται να επιθυμεί προσωπικά την ανάληψη τέτοιας ιστορικής απόφασης «Διάλυσης» ενός πολυάνθρωπου και πασίγνωστου διεθνώς Μοναστηριού και μάλιστα, για ένα «προσωπικό καπρίτσιο», όπως έχει ακουστεί στους διαδρόμους του Υπουργείου Παιδείας.

Το γεγονός μάλιστα ότι επί των ημερών της κ. Άννας Διαμαντοπούλου, είχε «κολλήσει» το θέμα της «διάλυσης», αποδίδεται δημοσιογραφικά, σε προσωπική πολιτική επιλογή και «άρνηση» της κας Διαμαντοπούλου, η οποία βέβαια και έχει πολιτικά αξιολογηθεί δεόντως και από τον νυν Υπουργό κ. Κων. Αρβανιτόπουλο.
Σε καμία περίπτωση το Υπουργείο δεν φαίνεται, ότι αβασάνιστα επιλέγει πολιτικά να συνταχτεί «υπέρ της διοίκησης» και «εναντίον» του Μοναχισμού πανελλαδικά, γιατί το ζήτημα κινδυνεύει να πάρει πλέον διαστάσεις «πογκρόμ» με ανεξέλεγκτες διαστάσεις, αν εφαρμοστεί ως ένα είδος «δεδικασμένου», η τηλεγραφική «διάλυση» των κοινοβιακών Μοναστηριών, μονομερώς, από την όποια εκκλησιαστική ηγεσία.

Τα πιθανά πραγματικά αίτια της προτεινόμενης "διάλυσης"

Τι μπορεί να συμβαίνει στην πραγματικότητα, πίσω απ’ τα γεγονότα, με τον «διωγμό» αυτό, εναντίον του Μοναστηριού της Ναυπάκτου;
Ο ισχυρισμός ότι τάχα, ο «διωγμός» αυτός, είναι μία νέα αρχή, ώστε να μπορέσει η «Διοικούσα Εκκλησία», ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, να «διαλύσει» όλα τα μεγάλα -δραστήρια και πολυμελή Μοναστήρια της Ελλάδος, είναι πιθανός.

Ήδη ακούστηκε, αλλά και δημοσιεύτηκε πρόσφατα, ότι τα αίτια της «διαμάχης» στην Ναύπακτο είναι πρώτιστα οικονομικά, αλλά και ότι οι Μοναχοί της Ναυπάκτου δεν μπορούσαν «να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις» αυτές, νόμιμες ή παράνομες.
Προς την εξήγηση αυτή πράγματι, μπορεί να οδηγούν οι πολλές δικαστικές αναμετρήσεις, που προφανώς θα βαρύνουν πολύ το γενικό εκκλησιαστικό κλίμα για πολύ καιρό ακόμη. Δεν εξηγούν όμως καθόλου, την εμμονή και «εμπλοκή» της κεντρικής «διοικούσας Εκκλησίας» και του Αρχιεπισκόπου και δεν δίνουν την εξήγηση που θα ικανοποιούσε ένα έμπειρο αναλυτή των γεγονότων.

Μήπως άραγε, επειδή βλέπουν οι Μητροπολίτες, ο Αρχιεπίσκοπος και η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, ότι εγγίζει η ώρα να χωρίσει η Εκκλησία από την Πολιτεία και ότι θα «χάσουν» πλέον τα υψηλά έσοδα που είχαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις;

Μήπως θεωρούν κάποιοι, ανώτατοι εκκλησιαστικοί παράγοντες, ότι με το να προσπαθούν να «διαλύσουν» τα Μοναστήρια, αυτό θα σημαίνει αργότερα και το ότι θα «οικειοποιηθούν» τις όποιες περιουσίες τους;

Από την άλλη πλευρά, στη συγκεκριμένη περίπτωση των επιστημόνων μοναχών της Μονής Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο, υπάρχει και μια άλλη, αξιοπρόσεκτη διάσταση.
Η συνεχής παρουσία πλήθους νέων στο Μοναστήρι, η έντονη πνευματική αλλά και κοινωνική παρουσία των φιλανθρωπικών δράσεων των Μοναχών της Μονής, η λειτουργία Διεθνούς Συνεδριακού Κέντρου, Ραδιοφωνικού Σταθμού, κάμπινγκ νεολαίας κλπ, έδειξαν ένα σύγχρονο ορθόδοξο Μοναχισμό, που πέρα από τα παραδοσιακά μοναχικά καθήκοντα, δεν «φοβήθηκε» τον επιστημονικό διάλογο, με επιστήμονες διεθνούς αναγνώρισης, με ευρωπαϊκά και άλλα πανεπιστήμια, με φοιτητές, με κληρικούς των άλλων δογμάτων, ακόμη και των άλλων θρησκειών. Μήπως πιο πολύ «ενόχλησε» την «επίσημη διοικούσα Εκκλησία» αυτός ο τρόπος ιεραποστολής του σύγχρονου Ορθόδοξου Μοναχισμού;

Πολλοί θα ήθελαν σήμερα να ακούσουν επίσημα πλέον την άποψη του Αρχιεπισκόπου, ως Προέδρου της Ι. Συνόδου, πάνω στα επίμαχα αυτά ερωτήματα… Οι αναχρονιστικοί αφορισμοί και τα απαράδεκτα επιτίμια πλέον, που εκδίδονται «κεκλεισμένων των θυρών», στην Κοινωνία του εικοστού πρώτου αιώνα (21) δεν μπορούν να πείσουν κανένα απολύτως.

Η ευθύνη της Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ), της Εκκλησίας της Ελλάδος

Παντελώς ανεξήγητη κρίνεται και χωρίς νομοκανονικά ερείσματα, η τακτική έκδοσης αποφάσεων, από την μη αρμόδια Διαρκή Ιερά Σύνοδο, (ΔΙΣ) για ζητήματα, εσωτερικής διοίκησης των Ιερών Μητροπόλεων.

Ειδική βαρύτητα λαμβάνουν τα ζητήματα με τη Μονή Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο, γιατί έχουν ήδη δημόσια συνδεθεί με «οικονομικές» απαιτήσεις εκ μέρους του Μητροπολίτη, και άρα δεν μπορεί κάποιος να επικαλείται «πνευματικό» λόγο, ώστε να εκδώσει η ΔΙΣ, «ποινές» και «επιτίμια» με πρόσχημα τα πνευματικού χαρακτήρα ζητήματα, όπως π.χ. «υπακοή», «ακοινωνησία» και τα παρόμοια.

Κινδυνεύει και χάνεται κάθε αξιοπιστία και κάθε εμπιστοσύνη, όταν η έκδοση αποφάσεων, γίνεται από τήν Διοίκηση της Εκκλησίας «κεκλεισμένων» των θυρών, χωρίς διάσκεψη, με παρουσία και εκπροσώπων των Μοναχών της Μονής, χωρίς ακρόαση και απολογία, χωρίς τήρηση της δικονομίας, χωρίς, καν, να γνωρίζει ο χριστιανικός λαός μιας περιοχής, τι ακριβώς συζητείται, ποιος εισηγείται και πώς λαμβάνεται μια απόφαση.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών σήμερα, είναι ο πρώτος και μοναδικός στην Ιστορία που διαπράττει το «έγκλημα» να προτείνει και να «διαλύει» νομικά, ένα Ορθόδοξο πολυμελές Κοινόβιο Μοναστήρι με τέτοια πανελλαδική και διεθνή ακτινοβολία.

Το ίδιο και η περί αυτόν Ιερά Σύνοδος των Σεβ. Μητροπολιτών, μοναδικοί στην νεότερη ιστορία που προτείνουν σε μια κυβέρνηση την νομική «διάλυση, για ένα Ορθόδοξο Κτητορικό πολυμελές Κοινόβιο Μοναστήρι, πράγμα που ούτε "αλλόθρησκοι" κατακτητές δεν το έπραξαν. Ακόμη και όσα μοναστήρια "έκλεισαν" επί Βαυαροκρατίας, ήταν μόνο τα όσα αριθμούσαν κάτω των πέντε, μοναχούς ή μοναχές.

Η λύση του προβλήματος

1. Να παραμεριστούν,οι όποιες «υποσχέσεις» και «δεσμεύσεις» για προσωπικές εξυπηρετήσεις, και να αποσυρθεί άμεσα από το Υπουργείο Παιδείας, το αίτημα της Δ.Ι.Σ. για «διάλυση» της Μονής Μεταμορφώσεως, ενός Μοναστηριού που ήδη «δικαιώθηκε» με εκατόν πενήντα (150) Αποφάσεις Δικαστικών Αρχών και να παύσει άμεσα, ο «διωγμός» της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο.

2. Αρχιεπίσκοπος, και Διαρκής Ιερά Σύνοδος, να ανακαλέσουν άμεσα τα «επιτίμια ακοινωνησίας» από τους Μοναχούς και να μη τους«παρενοχλούν» στο να Λατρεύουν τον Κύριο Ιησού Χριστό και Θεό, με τις Μοναχικές Ιερές Ακολουθίες και Θ. Λειτουργίες.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑ - Απόφαση 191 / 2010 Διοικ.Πρωτοδ.Μεσολογγίου

Το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, μετά από υπαλληλική προσφυγή, των διορισμένων ως κληρικών από το 1980, Αρχιμ. Νεκτάριου Γκολιόπουλου και Αρχιμ. Ιγνάτιου Σταυρόπουλου, εξέδωκε την ιστορική, ως άνω απόφαση αρ. 191/ 2010, με την οποία γιά πρώτη φορά ελληνικό δικαστήριο έκρινε σχετικά με το κατά πόσο νόμιμα ή όχι, με μόνο αιτιολογικό την επιβολή "επιτιμίου ακοινωνησίας" δύνανται νομίμως να απολύονται από τις θέσεις τους κληρικοί. Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο κάνει δεκτή την προσφυγή των δύο κληρικών και ακυρώνει τις δύο πράξεις του μητροπολίτη Ναυπάκτου, την 710/ 24-9-2007 & 717/ 26-9-2007.

Αριθμός Απόφασης 191/ 2010

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, ημέρα Τρίτη και ώρα 10.00, με δικαστές τους Ιωάννη Σακκά, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Φώτιο Βαρεμένο, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και Σοφία Παπαδήμα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. (εισηγήτρια) και γραμματέα τη Σουλτάνα Χρυσοπούλου, δικαστική υπάλληλο, γ ι α να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 26.10.2007, τ ω ν 1) Ιερομονάχου π. Νεκταρίου Γκολιόπουλου και 2) Ιερομονάχου π. Ιγνατίου Σταυρόπουλου, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Κωνσταντίνου Ζησιμόπουλου και Αλεξάνδρου Λουκόπουλου, κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου», που εδρεύει στη Ναύπακτο και εκπροσωπείται από τον Μητροπολίτη, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πάσσιου. Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά. Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς : 1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή νομίμως φέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της 577/2009 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, ως καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο. Με την προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. τα 2433629 και 4018206 Σειράς Α’ παράβολα Δημοσίου), ζητείται η ακύρωση α) της 710/24.9.2007 απόφασης του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητρόπολης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, με την οποία ο πρώτος προσφεύγων διαγράφηκε από την κατάσταση μισθοδοσίας της παραπάνω Μητρόπολης και β) της 717/26.9.2007 απόφασης του ιδίου ως άνω Οργάνου, με την οποία ο δεύτερος προσφεύγων διαγράφηκε από την κατάσταση μισθοδοσίας της ίδιας Μητρόπολης. Η προσφυγή ασκείται νομίμως, οι δε προσφεύγοντες παραδεκτώς ομοδικούν, εν όψει των οριζομένων στα άρθρα 115, 122 και 123 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και είναι περαιτέρω εξεταστέα κατ’ ουσίαν. 2. Επειδή, ο Κανονισμός 5/1978 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α’ 48) «περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» ορίζει στο άρθρο 1 ότι : «1. Σκοπός του παρόντος Κώδικος είναι η καθιέρωσις κανόνων διεπόντων την υπηρεσιακήν κατάστασιν των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου …2. Εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγονται πάντες οι τακτικοί, οι επί θητεία και οι μετακλητοί υπάλληλοι των ιερών Μητροπόλεων και λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου περιλαμβανομέ- νων και των ασφαλιστικών τον κλήρου οργανισμών ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών ως κληρικών, μοναχών η λαϊκών … Οι υπάλληλοι των γραφείων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, οι ιεροκήρυκες και οι υπάλληλοι των Ιερών μονών υπάγονται εις τον παρόντα κώδικα, … 3. …», στην παράγραφο 1 του άρθρου 43 ότι : « Ο τακτικός εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται του βασικού μισθού της θέσεως και του βαθμού του, κατά το οριζόμενον εκάστοτε διά τους τακτικούς δημοσίους υπαλλή- λους αντίστοιχου κλάδου και βαθμού μισθολόγιον, …», στο άρθρο 44 ότι : «1. Η επί του μισθού αξίωσις του εκκλησιαστικού υπαλλήλου άρχεται. α) Του διορισθέντος από της εγκαταστάσεως εις την θέσιν του, προσηκόντως βεβαιουμένης. β) … γ) … δ) … 2. … 3. Μισθός δεν οφείλεται διά μη παρασχεθείσαν, υπαιτιότητι του εκκλησιαστικού υπαλλήλου, υπηρεσίαν, ανυπαιτίως δε κατά την κρίσιν της υπηρεσίας. …», στο άρθρο 130 ότι : «1. Η υπαλληλική σχέσις λύεται διά του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής της παραιτήσεως και της απολύσεως του εκκλησιαστικού υπαλλήλου. 2. Επί των επί θητεία εκκλησιαστικών υπαλλήλων η υπαλληλική σχέσις λύεται αυτοδίκαιως και διά της παρελεύσεως του χρόνου της θητείας εφ όσον αύτη δεν ήθελεν ανανεωθή πρό της λήξεώς της. 3. ..» και στο άρθρο 148 ότι : «1. Κληρικοί διοριζόμενοι καθ’ οιονδήποτε τρόπον είς θέσεις εκκλησιαστι-κων υπαλλήλων θεωρούνται μετακλητοί υπάλληλοι εφ’ όσον είναι διωρισμένοι εις θέσιν εφημερίου ενοριακού ναού. 2. Δια τον διορισμόν Κληρικών ή μοναχών εις θέσεις οριζομένας ως τακτικάς εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος απαιτουμένης επιπροσθέτως άδειας εις ον υπάγονται ούτοι αρχιερέως. … 3. Οι κατά την παρ. 1 του παρόντος μετακλητοί υπάλληλοι υπέχουν απάσας τας υποχρεώσεις του τακτικού υπαλλήλου και απολαύουν των αυτών οίων και ούτοι δικαιωμάτων πλην του δικαιώματος της μονιμότητος δυνάμενοι να απολυθούν δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου εκδιδομένης μετ’ απόφασιν του υπηρεσιακού συμβουλίου εις οίας περιπτώσεις επιτρέπεται να απολυθή και ο τακτικός υπάλληλος ως και οσάκις προηγήθη πράξις του οικείου αρχιερέως δι’ ής ούτοι εντέλλονται όπως επιστρέψουν εις την μονήν της μετανοίας των ή όπως ασκήσουν καθήκοντα ή άσκησις των οποίων καθιστά αδύνατον την παράλληλον άσκησιν και των υπαλληλίσκων των καθηκόντων. …4. …». 3. Επειδή, περαιτέρω, ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977, Α’ 146) ορίζει στο άρθρο 37 ότι: «1. Ο εφημέριος μεριμνά δια την λατρευτικήν και πνευματικήν ζωήν των ενοριτών και δια πάν ζήτημα αφορών εις την πνευματικήν και υλικήν πρόοδον της Εκκλησίας. 2. Αι κεναί οργανικαί εφημεριακαί θέσεις πληρούνται μονίμως μεν δι’ εγγάμων πρεσβυτέρων, προσωρινώς δε και αγάμων, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα, …3. …4. …» και στο άρθρο 38 παρ. 1 ότι : «Τα της μισθοδοσίας των εφημερίων και των διακόνων διέπονται υπό των ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων». Συναφώς, ο 2/1969 Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημε΄ριων» (Α’ 193), ο οποίος εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 67 του ν. 590/1977, ορίζει στο άρθρο 33 ότι: «1. Οι εφημέριοι των Ενοριακών Ναών, οι καταλαμβάνοντες οργανικά εφημεριακά θέσεις υπό την έννοιαν του παρόντος Κανονισμού, είναι τακτικοί, διοριζόμενοι υπό του οικείου Αρχιερέως ως ακολούθως. 2. … 3. … 4. Εις την κενήν οργανικήν θέσιν και μέχρι της κατά τον παρόντα Κανονισμόν πληρώσεως αυτής διά τακτικού εφημερίου, ο οικείος Αρχιερεύς τοποθετεί προσωρινόν εφημέριον (άρθρο 46 παρ. 4 α.ν. 2200/40)» και στο άρθρο 45 παρ. 1 και 2 ότι: «1. Απαγορεύεται η ανακήρυξις Ιερομονάχων ως υποψηφίων εφημερίων (άρθρον 56 παρ. 1 α.ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). 2. Οι καλούμενοι προσωρινώς εις χηρευούσας ενορίας Ιερομόναχοι παραμένουσιν εις αυτάς μέχρι της οριστικής πληρώσεως της θέσεως (άρθρον 56 παρ. 2 α.ν. 2200/40)». 4. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει κριθεί, το επιτίμιο ακοινωνησίας, το οποίο επιβάλλεται από την Εκκλησία, ως πνευματικό οργανισμό, στους λειτουργούς της, δεν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο, αλλά από ιερούς κανόνες πνευματικής φύσης [Κανών 5 Α’ Οικουμενικής Συνόδου, Κανών 8 Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνες 2 και 17 Συνόδου Αντιοχείας, Κα- νόνες 29 (37) και 79 (87) Συνόδου Καρθαγένης κ.ά.] και ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξής Εκκλησίας με τους λειτουργούς της , σχέση στην οποία οι τελευταίοι αυτοπροαίρετα προσχωρούν δια της ιεροσύνης. Η επιβολή δε του επιτιμίου της ακοινωνησίας, ως πνευματικού περιεχομένου πράξη, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και δεν υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο, ευθέως ή παρεμπιπτόντως (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2976-2991/1996, ΣτΕ 615/2004, 614/2004 κ.ά.). Από τα ανωτέρω δε, παρέπεται ότι η «ποινή» αυτή, ως εκ του αμιγώς πνευματικού της χαρακτήρα, δεν επηρεάζει την υπηρεσιακή σχέση του κληρικού με το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας και τα δικαιώ-ματα που απορρέουν από αυτή (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 825/1988), αλλά ανα-φέρεται στην ιδιότητά του ως θρησκευτικού λειτουργού, που θεμελιώνε- ται με το μυστήριο της χειροτονίας και αποσκοπεί στη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και πειθαρχίας στην Εκκλησία (πρβλ. ΣτΕ 2310/2008 επτ.). 5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο πρώτος προσφεύγων είχε διοριστεί σε θέση ιεροκήρυκα της ενορίας Αγίου Νικολάου Αντιρρίου της Ιεράς Μητρόπολης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, με την 648/23.11.1984 πράξη του οικείου Μητροπολίτη. Αργότερα, με την 38/3.11.1995 πράξη του ιδίου ως άνω Οργάνου, διορίστηκε προσωρινός εφημέριος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 33 του 2/1969 Κανονισμού. Στη συνέχεια όμως, με την 31/19.1.2005 πράξη του ιδίου Μητροπολίτη, ανακλήθηκε ο κατά τα άνω διορισμός του ως προσωρινού εφημερίου, ενώ με την 323/6.6.2005 απόφαση του, ο Μητροπολίτης του απαγόρευσε να λειτουργεί στα όρια της Μητρόπολης. Ακολούθως, με την 3519/6.9.2007 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, επιβλήθηκε στον πρώτο προσφεύγοντα το επιτίμιο της ακοινωνησίας, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή. Κατόπιν δε αυτού, ο ίδιος ως άνω Μητροπολίτης εξέδωσε την ήδη πρώτη προσβαλλομένη 710/24.9.2007 πράξη, με την οποία διέγραψε τον πρώτο προσφεύγοντα από την κατάσταση μισθοδοσίας της παραπάνω Ιεράς Μητρόπολής, με την αιτιολογία ότι : «Κατόπιν εκδόσεως της από 4-9-2007 (αριθμ. Πρωτ. 3519/6.9.2007) Συνοδικής αποφάσεως περί επιβολής εις σε του επιτιμίου της «αποκοπής εκ της εκκλησιαστικής Κοινωνίας», ήτοι του επιτιμίου «της ακοινωνησίας», δια του οποίου «στερείσθε της δυνατότητος ίνα τελείτε την θείαν Λειτουργίαν και οιανδήποτε ιεροπραξίαν και τελετήν και μετέχητε του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας», εξέλιπε η δυνατότης να προσφέρης οιανδήποτε υπηρεσίαν εις την Ιεράν Μητρόπολιν και δια τούτο διαγράφομεν σε εκ της καταστάσεως μισθοδοσίας των Κληρικών της Ιεράς ημών Μητροπό-λεως». Εξάλου, ο δεύτερος προσφεύγων, ο οποίος είχε διοριστεί σε οργανική θέση ιεροκήρυκα – εκκλησιαστικού υπαλλήλου του νομικού προσώπου της ίδιας ως άνω Ιεράς Μητρόπολης με την 2/10.10.1983 πράξη του οικείου Μητροπολίτη, απολύθηκε από την θέση αυτή, με την 398/23.6.2005 απόφαση του ίδιου Μητροπολίτη, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της 4/20.5.2005 απόφασης της Ιεράς Συνόδου, περί επιβολής σε αυτόν της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Στη συνέχεια δε, με την 3519/6.9.2007 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, επιβλήθηκε στον δεύτερο προσφεύγοντα το επιτίμιο της ακοινωνησίας, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή. Κατόπιν δε αυτού, ο ίδιος ως άνω Μητροπολίτης εξέδωσε την ήδη δεύτερη προσβαλλόμενη 717/26.9.2007 απόφαση, με την οποία διέγραψε τον δεύτερο προσφεύγοντα από την κατάσταση μισθοδοσίας της παραπάνω Ιεράς Μητρόπολης, με την αυτή αιτιολογία, όπως παρατέθηκε ανωτέρω. 6. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το παραδεκτώς κατατεθέν από 20.9.2010 υπόμνημα, οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση των παραπάνω αποφάσεων, κατά το μέρος που τους αφορούν, προβάλλοντας ότι η διαγραφή τους από τις οικείες μισθοδοτικές καταστάσεις εδράζεται σε παράνομη και ελλιπή αιτιολογία, διότι η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας, δεν δύναται, κατά νόμο, να οδηγήσει σε παύση της μισθοδοσίας τους, αλλά, πιθανόν, σε αναστολή της άσκησης των καθηκόντων τους, ως θρησκευτικών λειτουργών. Εξάλλου, η καθ’ ης Ιερά Μητρόπολη, με το παραδεκτώς κατατεθέν από 24.9.2010 υπόμνημα και την 138/23.4.2008 έκθεση απόψεων, ζητεί την απόρριψη της προσφυγής, προβάλλοντας ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις τυγχάνουν νόμιμες διότι α) εκδόθηκαν κατά δεσμία εξουσία, σε εκτέλεση της 3519/6.9.2007 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τα διοικητικά δικαστήρια, β) κατόπιν της ανωτέρω απόφασης της Ιεράς Συνόδου οι προσφεύγοντες ουδεμία υπηρεσία μπορούσαν να προσφέρουν στην Ιερά Μητρόπολη και, συνεπώς, δεν δικαιολογούνταν η μισθοδοσία τους από αυτή, γ) οι προσφεύγοντες δεν έχουν πλέον την ιδιότητα των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, δυνάμει της 31/19.1.2005 πράξης του οικείου Μητροπολίτη περί ανάκλησης του διορισμού του πρώτου προσφεύγοντος από τη θέση του προσωρινού εφημερίου και της 398/23.6.2005 απόφασης του ιδίου ως άνω Οργάνου περί απόλυσης του δευτέρου προσφεύγοντος και δ) τα εκ του νόμου απορρέοντα δικαιώματα για μισθό και ασφάλιση δεν απολαμβάνουν όσοι αργούν και δεν δύνανται να προσφέρουν τη συγκεκριμένη υπηρεσία, όπως εν προκειμένω οι προσφεύγοντες. 7. Επειδή, με βάση τα παραπάνω και εν όψει των διατάξεων που παρατέθηκαν, όπως ερμηνεύθηκαν, σε προηγούμενες σκέψεις, η αιτιολογία των προσβαλλόμενων πράξεων, με τις οποίες οι προσφεύγοντες διαγράφηκαν από τη μισθοδοτική κατάσταση των κληρικών της καθ’ ης Ιεράς Μητρόπολης για το λόγο ότι μετά την έκδοση της 3519/6.9.2007 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, με την οποία τους επιβλήθηκε το επιτίμιο της ακοινωνησίας, εξέλιπε η δυνατότητά τους να προσφέρουν οποιαδήποτε υπηρεσία στην Ιερά Μητρόπολη, δεν είναι νόμιμη. Τούτο δε διότι μόνη η επιβολή σε βάρος των προσφευγόντων του, αμιγώς πνευματικού χαρακτήρα, μέτρου του «επιτιμίου της ακοινωνησίας» με την οικεία απόφαση της Ιεράς Συνόδου, δεν επηρέασε, πολλώ δε μάλλον, δεν έλυσε, την υπηρεσιακή τους σχέση, ως κληρικών, με το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας και τα δικαιώματά τους που απορρέουν από αυτή, όπως, εν προκειμένω, το δικαίωμα για την απόληψη μισθού. Συνεπώς, μη νομίμως διαγράφηκαν από την οικεία μισθοδοτική κατάσταση εκ μόνου λόγου της επιβολής σε βάρος τους του επιτιμίου της ακοινωνησίας, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την καθ’ ης Ιερά Μητρόπολη είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός της καθ’ ης ότι οι προσφεύγοντες μετά την έκδοση των 31/19.1.2005 και 398/23.6.2005 πράξεων του οικείου Μητροπολίτη, δεν είχαν πλέον την ιδιότητα των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, ουδεμία επιρροή ασκεί στη νομιμότητα των προσβαλλομένων, διότι αυτές δεν διαλαμβάνουν ως αιτιολογία της διαγραφής τους από τη μισθοδοτική κατάσταση τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των προσφευγόντων με το νομικό πρόσωπο της Ιεράς Μητρόπολης, αλλά την επιβολή σε αυτούς του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Συναφώς, απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της καθ’ ης ότι οι προσφεύγοντες ουδεμία υπηρεσία μπορούσαν να προσφέρουν στην Ιερά Μητρόπολη, μετά την έκδοση της επίμαχης συνο- δικής απόφασης και, συνεπώς, δεν δικαιολογούνταν η μισθοδοσία τους από αυτή, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα στη δεύτερη και την τέταρτη σκέψη, οι προσφεύγοντες, ως εκκλησιαστικοί υπάλληλοι, δεν απώλεσαν την αξίωση για καταβολή μισθού εκ μόνης της επιβολής σε βάρος τους του επιτιμίου της ακοινωνησίας, κατά την αιτιολογία των προσβαλλομένων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι οι προσβαλλόμενες εκδόθηκαν κατά δεσμία εξουσία σε εκτέλεση της 3519/6.9.2007 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τα διοικητικά δικαστήρια, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προσβαλλόμενος και τούτο διότι εν προκειμένω το Δικαστήριο δεν ελέγχει κατά νόμο την επικαλούμενη συνοδική απόφαση, αλλά τις προσβαλλόμενες εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες εκδόθηκαν σύμφωνα με πολιτειακούς νόμους που επιβάλλουν την τήρηση ορισμένης διοικητικής διαδικασίας. Εξάλλου, τα προβαλλόμενα από την καθ’ ης περί απείθειας και περιφρονητικής συμπεριφοράς των προσφευγόντων προς τις εκκλησιαστικές Αρχές και την πολιτική έννομη τάξη δεν συνιστούν νομικά επιχειρήματα και, ως εκ τούτου, τυγχάνουν ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης. Κατόπιν όλων αυτών, οι προσβαλλόμενες πράξεις τυγχάνουν μη νόμιμες και, για το λόγο αυτό, ακυρωτέες, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την προσφυγή. 8. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις. Περαιτέρω, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους προσφεύγοντες, η δε καθ’ ης Ιερά Μητρόπολη να απαλλαγεί από την καταβολή των δικαστικών εξόδων των προσφευγόντων, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων (άρθ. 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).

Δ ι α τ α ύ τ α Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει α) την 710/24.9.2007 απόφαση του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητρόπολης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και
 β) την 717/26.9.2007 απόφαση του ιδίου ως άνω Οργάνου. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους προσφεύγοντες. Απαλλάσσει την καθ’ ης Ιερά Μητρόπολη από την καταβολή δικαστικών εξόδων. Η διάσκεψη έγινε στο Μεσολόγγι στις 20.10.2010 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 29-10-2010. Ο Πρόεδρος Η Εισηγήτρια Η Γραμματέας

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

ΕΝΣΤΑΣΗ – ΑΙΤΗΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΣ

Κατατέθηκε σήμερα (περί ώρα 4,15 μμ.) ενώπιον του Προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου, Σεβ. κ. Ιερόθεου Βλάχου, η ακόλουθη  ΕΝΣΤΑΣΗ. Παρά την προσπάθεια του παρόντος συνηγόρου κ. Χάρη Φαρμάκη, ώστε να παραλάβει ένα αντίγραφό της, ως "παρελήφθη όμοιο, "το "δικαστήριο", αρνήθηκε παντελώς, να υπογράψει ότι την παρέλαβε! Μετά το γεγονός αυτό, συνήγορος και κατηγορούμενος, απεχώρησαν της διαδικασίας, επιφυλασσόμενοι γιά την νομιμότητα της όλης διαδικασίας.

ΕΝΩΠΙΟΝ

ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

ΕΝΣΤΑΣΗ – ΑΙΤΗΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΣ

Με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου

Του  Ιγνατίου Σταυροπούλου, (κατά κόσμο Πλάτων Απόστολος) του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ναυπάκτου, ιδρυτικού μέλους και γραμματέα της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, (ίδρυση ως νπδδ το 1980), κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου, στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σκάλα, Δήμου Ναυπακτίας.

ΚΑΤΑ

1. Του υπ' αριθμ. 491 / 17.12.2012 κλητηρίου Θεσπίσματος του Σεβ. Μητροπολίτου κ. κ. Ιεροθέου, Προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου (ως προς την ένσταση).

2. Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιεροθέου (ως προς την αίτηση εξαιρέσεως).

Ενίσταμαι κατά του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος και ζητώ την εξαίρεση του Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιεροθέου από τα καθήκοντα του Πρόεδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου που θα κρίνει επί του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, για τους κάτωθι λόγους (επιφυλασσόμενος του δικαιώματός μου να προσθέσω εν καιρώ και άλλους):

1. Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 491 / 17.12.2012 κλητήριο θέσπισμα μου αποδίδεται η κατηγορία «ότι δεν υπακούω σε Απόφαση της από 12.10.2001 της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (ΙΣΙ)», την οποία, όμως, Απόφαση ΠΛΗΡΩΣ ΑΓΝΟΩ. Την 6.12.2012 είχα υποβάλει αίτηση προς τον διενεργήσαντα την ανάκριση πρωτ. Θωμά Βαμβίνη, προκειμένου να μου χορηγηθούν πλήρη αντίγραφα της σε βάρος μου σχηματισθείσης δικογραφίας, προκειμένου να λάβω γνώση του περιεχομένου της, να λάβω προθεσμία και να απαντήσω στις σε βάρος μου κατηγορίες. Στα αντίγραφα που μου χορηγήθηκαν (Βλ. το συνημμένο νομίμως υπογεγραμμένο και σφραγισμένο «Πρωτόκολλο Παράδοσης και Παραλαβής Φακέλλου» του «Ανακριτικού έργου επί της υποθέσεως του Ιερομονάχου Ιγνατίου Σταυροπούλου») ΔΕΝ υπήρχε η ανωτέρω Απόφαση, η «παραβίαση» της οποίας άλλωστε δεν μου είχε καν αποδοθεί κατά το ανακριτικό στάδιο!

Μετά ταύτα, είναι ΠΡΟΦΑΝΕΣ ότι τόσο το κλητήριο θέσπισμα όσο και η γενομένη ανάκριση ΠΑΣΧΟΥΝ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ, δεδομένου ότι έχει συμπεριληφθεί κατηγορία για την οποία ουδέποτε έλαβα γνώση ανακριτικώς (ώστε δεν μου δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσω επ’ αυτής), ούτε έλαβα, κατά ανωτέρω, αντίγραφο της από δωδεκαετίας Απόφασης της ΙΣΙ, την οποία υποτίθεται πως παραβίασα, όλα δε τα ανωτέρω τελούν ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΓΝΩΣΗ του Προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου, κ.κ. Ιεροθέου.

Με την ανωτέρω συμπεριφορά του ο Πρόεδρος του Επισκοπικού Δικαστηρίου προέβη σε αυταπόδεικτη παράβαση καθήκοντος (ολοκληρώνοντας και «νομιμοποιώντας» την σχετική παράβαση του ανακριτικού υπαλλήλου: Σημειώνεται ότι αμφότεροι είναι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 Π.Κ. και υπόκεινται στην ποινική ευθύνη για την παράβαση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και των Ειδικών Ποινικών Νόμων που τελείται από υπαλλήλους, όπως εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ.). Η παράβαση του Σεβ. κ. Προέδρου συνίσταται στην παράλειψή του α) να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του παρανομήσαντα ανακριτικού υπαλλήλου που συνέταξε το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, κατ’ αρχήν μη χορηγώντας μου την επίμαχη Απόφαση (εφόσον αυτή υφίσταται) και κατά δεύτερον προσθέτοντας στο κλητήριο θέσπισμα κατηγορία επί της οποίας ΔΕΝ με κάλεσε να απολογηθώ, και β) να διατάξει μετά ταύτα, ως είχε ρητή προς τούτο υποχρέωση κατ’ άρθρο 117 § 1 ν. 5338/1932, την συμπλήρωση της γενομένης ανακρίσεως.


     2. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 & 2 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) περί αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων «1. Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.
  2. Τα μονομελή όργανα, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης ή …  γ) έχουν ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους».
 
Όπως είναι γνωστό, μεταξύ εμού προσωπικώς (πέραν του Νομικού Προσώπου της Ιερας Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου) και του Προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου κ.κ. Ιεροθέου, υφίσταται ΠΟΛΥΕΤΗΣ ΣΦΟΔΡΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ ενώπιον των διοικητικών, πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων, στα οποία έχω προσφύγει τόσον εγώ εναντίον του κ.κ. Ιεροθέου, όσον και ο ίδιος ο κ.κ. Ιερόθεος, με υποβολή αγωγών, μηνύσεων κ.λ.π. Συνιστά επομένως ΠΡΟΦΑΝΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ του κ.κ. Ιεροθέου, κατά τα ανωτέρω, να ΑΠΕΧΕΙ από τα καθήκοντα του Προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου το οποίο καλείται να αποφασίσει επί της ενοχής μου ή μη επί του (προσβαλλομένου) κλητηρίου θεσπίσματος, άλλως ΘΑ ΔΙΑΠΡΑΞΕΙ σοβαρότατη παράβαση καθήκοντος, η οποία διώκεται τόσο πειθαρχικά όσο και ποινικά.

Για όλες τις ανωτέρω εκτιθέμενες πειθαρχικές παραβάσεις και αξιόποινες πράξεις και παραλείψεις επιφυλάσσομαι να προσφύγω ενώπιον των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος και του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

ΖΗΤΩ 

1. Να γίνει δεκτή η παρούσα ένσταση - αίτηση εξαιρέσεως.

2. Να ακυρωθούν άπασες οι ανακριτικές πράξεις και το σε βάρος μου κλητήριο θέσπισμα.

3. Να εξαιρεθεί ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιερόθεος από τα καθήκοντα του Πρόεδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου που θα κρίνει επί του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος,

Ναύπακτος, 21 Δεκεμβρίου 2012

Ο Ενιστάμενος – Αιτών                     Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

                     Αρχιμ. Δρ. Ιγνάτιος Σ. Σταυρόπουλος                          Χάρης Κων. Φαρμάκης

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ΜΟΝΑΧΩΝ


 

Προς την Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

1.- Ιγνάτιου (Πλάτωνα –Απόστολου) Σταυρόπουλου του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

2.- Χρυσόστομου (Ανδρέα) Τρομπούκη του Νικολάου, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

ΚΑΤΑ

1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου αριθμ. 14 και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) Της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου 14 και εκπροσωπείται νόμιμα.

ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ


Της υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 Πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

***************************
Κατά της ανωτέρω πράξεως άσκησα νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 19-12-2012 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου σας, η οποία έχει επί λέξει ως εξής:

«ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Α Ι Τ Η Σ Η   Α Κ Υ Ρ Ω Σ Ε Ω Σ


1.- Ιγνάτιου (Πλάτωνα –Απόστολου) Σταυρόπουλου του Σπυρίδωνος, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

2.- Χρυσόστομου (Ανδρέα) Τρομπούκη του Νικολάου, κατοίκου Ναυπάκτου, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου.

ΚΑΤΑ

1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Εκκλησία της Ελλάδος» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου αριθμ. 14 και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) Της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιωάννου Γενναδίου 14 και εκπροσωπείται νόμιμα.

για την ακύρωση


Της υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 Πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

*************************************
Ι. Η προσβαλλόμενη Συνοδική πράξη – Ιστορικό

[1]. Στις 30-10-2012 και με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 413/2012 διαβιβαστικό έγγραφο του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, μάς κοινοποιήθηκε η προσβαλλόμενη αριθμ. πρωτ. 4715/207/9/23.10.2012 Απόφαση της Διαρκούς Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία το εν λόγω Συνοδικό Όργανο του ΝΠΔΔ της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθ. 1 παρ. 4 Ν. 590/1977), αποφάσισε να διαγράψει εμάς τους αιτούντες από το Μοναχολόγιο της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου [συνημ. 1, 2].
[2].  Οι αιτούντες, ειδικότερα, είμαστε μοναχοί ο μεν πρώτος εξ ημών ήδη από το 1980 ο δε δεύτερος εξ ημών από το 1989, έτη κατά το οποία τελέσθηκαν οι κουρές μας αντίστοιχα (στις 6 Σεπτεμβρίου 1980 του πρώτου εξ ημών και στις 8 Μαρτίου 1989 του δεύτερου εξ ημών), στην ανωτέρω Ιερά Μονή, που είναι ΝΠΔΔ.

Αμέσως μετά, εγγραφήκαμε ―όπως προβλέπουν σχετικές διατάξεις της πολιτειακής και εκκλησιαστικής νομοθεσίας, που θα αναπτύξουμε πιο κάτω― στο δημόσιο βιβλίο του Μοναχολογίου της ίδιας Μονής μας, στην οποία και έκτοτε διαβιώνουμε (επί 32 συναπτά έτη ο πρώτος εξ ημών και επί 23 έτη ο δεύτερος εξ ημών!) απρόσκοπτα, με ομόνοια, αγαστή σύμπνοια και χωρίς το παραμικρό πρόβλημα με τα υπόλοιπα μέλη της Αδελφότητας.

Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος αιτών ανήκω στα ιδρυτικά μέλη της Μοναστικής Κοινοβιακής Αδελφότητος της Ι. Μονής μας, ασκώντας ευδοκίμως από της ιδρύσεως (1980) τού ως άνω ΝΠΔΔ έως σήμερα, καθήκοντα Γραμματέως του. Λόγω της πρωτοστατήσεώς μου αλλά και των κόπων και φροντίδων που κατέβαλα για την ίδρυση και θεμελίωση της Μονής μας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1980, προτάσει του τότε Καθηγουμένου αυτής, χειροτονήθηκα στο βαθμό του Διακόνου. Ακολούθως, δε, λόγω της άκρως επιτυχούς ανταποκρίσεώς μου στα πνευματικά και διοικητικά καθήκοντα και τις ευθύνες που συνεπαγόταν η θέση μου καθώς και οι σχέσεις μου με όλα τα υπόλοιπα μέλη της Μονής, χειροτονήθηκα στις 25-12-1985 Πρεσβύτερος, με ταυτόχρονη απονομή (χειροθεσία) του οφφικίου του Αρχιμανδρίτη.
[3] Η προσβαλλόμενη αναφέρει αναληθώς, αορίστως και χωρίς το οποιοδήποτε αποδεικτικό έρεισμα, ότι αιτία της εκδόσεώς της υπήρξε η εκ μέρους μου «άρνηση υπογραφής» κάποιου εγγράφου των Πρακτικών της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ξενίζει, για την παράδοξη ευκολία με την οποία διατυπώνεται, ακριβώς διότι έχω (και εγώ, όπως όλα τα μέλη της Αδελφότητας) υπογράψει κάθε πρωτότυπο Πρακτικό της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος, του οποίου μάλιστα φέρω και την ευθύνη της φυλάξεως, υπό την ιδιότητα του Γραμματέα της Μονής!

Η εσφαλμένη όμως αυτή πληροφόρηση της εκδόσασας την προσβαλλόμενη Πράξη Διαρκούς Ι. Συνόδου, θα είχε ασφαλώς αποφευχθεί, αν η εν λόγω Διοικητική Αρχή έπραττε αυτό που είναι αυτονόητο αλλά και εκ του νόμου υποχρεωτικό, για κάθε διοικητική αρχή: ήτοι, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 20 § 2 Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, με καλούσε, πριν την έκδοση της άκρως βλαπτικής για εμένα προσβαλλόμενης Πράξεως, σε προηγούμενη ακρόασή μου, ως διοικουμένου.

[4] Ο δεύτερος αιτών, τυγχάνω μέλος της ίδιας Μοναστικής Κοινοβιακής Αδελφότητος, με μοναχική κουρά από τις 8 Μαρτίου 1989, κανονική χειροτονία στο βαθμό του Διακόνου από τις 16-2-1997, υπηρετώντας έκτοτε ευδοκίμως εις τα διακονήματα της Μονής ως Ιεροψάλτης, ως Διάκονος καθώς και από πολλές άλλες υπεύθυνες θέσεις.

Ουδέποτε αρνήθηκα να θέσω την υπογραφή μου στα Πρακτικά της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητας ―πλην, όπως είναι αυτονόητο, των περιπτώσεων που είτε απουσίαζα δικαιολογημένα είτε δεν εκλήθην αρμοδίως να συμμετάσχω.

Όπως συνέβη και με τον πρώτο αιτούντα, έτσι και με εμένα: ουδέποτε εκλήθην από την Διαρκή Ι. Σύνοδο να παράσχω εξηγήσεις για όσα μού καταμαρτυρεί. Αν τούτο συνέβαινε, ασφαλώς και θα παρείχα κάθε απόδειξη ότι οι αποδιδόμενες σε εμένα «κατηγορίες» (διότι τελικώς περί αυτού πρόκειται στην ουσία: περί δυσμενεστάτου διοικητικού μέτρου), ουδόλως ευσταθούν, αφού πάντοτε υπέγραψα κάθε έγγραφο της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος στην οποία συμμετείχα.

ΙΙ. Νομική φύση και αξιολόγηση της προσβαλλόμενης πράξεως

[1].- Η πιο πάνω Ι. Μονή, στην Αδελφότητα της οποίας ανήκουμε ως μέλη, αποτελεί ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 1 § 4 Ν. 590/1977, «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ Α΄ 146), ως και τού άρθ. 2 περίπτ. β΄ του Κανονισμού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», (ΕτΚ Α΄ 103).

Σύμφωνα με το άρ. 39 § 4 Ν. 590/1977: «4. Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους, δι’ Εσωτερικού Κανονισμού, δημοσιευομένου δια του δελτίου «Εκκλησία». Επιπλέον, κατά την ανάλογου περιεχομένου διάταξη του άρ. 2β΄ του Κανονισμού 39/1972: «Άπασαι αι εν τη Εκκλησία της Ελλάδος Ορθόδοξοι Ι. Μοναί, ανδρώαι ή γυναικείαι, αποτελούσι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δι­καίου και λειτουργούσιν επί τη βάσει ιδίου εκάστη Κανονισμού...».

Με ενεργοποίηση των πιο πάνω εξουσιοδοτικών διατάξεων, εκδόθηκε με έγκριση της Ι. Μητροπόλεως αλλά και της Ι. Συνόδου, ο «Εσωτερικός Κανονισμός της Ι. Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπακτίας», ο οποίος δημοσιεύθηκε στο επίσημο δελτίο «Εκκλησία» (Παράρτημα του Τεύχους υπ’ αριθ. 23-24/1-15.12.1984, έτος ΞΑ’, 1984, σελ. 43-53), και ο οποίος Εσωτερικός Κανονισμός, μη έχοντας ανακληθεί μέχρι σήμερα, ισχύει πλήρως έναντι πάντων (σύμφωνα και με το άρ 43 § 2 Συντάγματος, που θεσπίζει το θεσμό της νομοθετικής εξουσιοδότησης). Η ίδια όμως Ι. Μονή είχε ήδη ιδρυθεί ως ΝΠΔΔ παλαιότερα, δυνάμει του Π.Δ. 601/15.7.1980, «περί ιδρύσεως Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος παρά τη θέσει Αγ. Τριάς της Κοινότητος Σκάλας της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου», (ΕτΚ Α΄ 160/1980).
[2]. Από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της αιτούσας Μονής μας προκύπτουν οι εξής ειδικότεροι κανόνες:

(α) Όργανα διοικήσεως της Ι. Μονής είναι: α) Ο Ηγούμενος, β) Το Ηγουμενοσυμβούλιο, και γ) η Σύναξη της Αδελφότητος (15 Εσωτερικού Κανονισμού).

(β) Ο Μητροπολίτης εγκρίνει την μετάπεμψιν Αδελφού τινος εις ετέραν Ι. Μονήν (άρθρ. 4 περ. η Εσωτερικού Κανονισμού).

(γ) Ο Μητροπολίτης εγκρίνει την απόσπασιν Αδελφού τινος εις ετέραν Ι. Μονήν (άρθρ. 4 περ. θ Εσωτερικού Κανονισμού).

(δ) Προκειμένου να απέλθει οριστικά Μοναχός από τη Μονή και να εγγραφεί σε άλλη Μοναστική Αδελφότητα, απαιτείται όπως, με συγκατάθεση και πρόταση του Ηγουμενοσυμβουλίου, λάβει κανονικό απολυτήριο από τον οικείο Επίσκοπο (άρθ. 58 Εσωτερικού Κανονισμού).

(ε) «Απόσπασις, μετάπεμψις και πάσα άλλη μεταβολή αδελφού δεν επιτρέπεται να γίνη άνευ συμφώνου γνώμης του Ηγουμενοσυμβουλίου» (άρθ. 61 Εσωτερικού Κανονισμού).

(στ) Η Αδελφότητα της Μονής είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει «άπαντα τα περί μεταβολής των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού» (29 και 34 εδ. δ΄ Εσωτερικού Κανονισμού).

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, καταλήγουμε στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Εσωτερικού Κανονισμού, τον οποίο ενέκρινε η ίδια η Ιερά Σύνοδος, οποιαδήποτε μεταβολή μέλους της Αδελφότητας αναφορικά προς τη σχέση του με την Αδελφότητα, όπως είναι και η διαγραφή του από το Μοναχολόγιο, δεν μπορεί να γίνει χωρίς σύμφωνη γνώμη των οικείων διοικητικών οργάνων της Ι. Μονής (Ηγουμενοσυμβουλίου και Αδελφότητας).
[3]. Το ‘Μοναχολόγιο’ αποτελεί δημόσιο βιβλίο, που επέχει θέση Μητρώου των μελών της οικείας Μοναχικής Αδελφότητας. Τηρείται μόνον από την οικεία Μονή, που είναι η μόνη αρμόδια να ενημερώνει ή τροποποιεί το περιεχόμενό του, και καμία άλλη διοικητική αρχή, όπως είναι η Διαρκής Ι. Σύνοδος ή η τοπική Ι. Μητρόπολη Ναυπάκτου (άρθ. 1 εδ. β΄ Ν.Δ. 1918/1942).

Έτσι, κατά την ΕφΛαρ 377/2010 (ΤΝΠ ‘Νόμος’ 577946), το Μοναχολόγιο τηρείται μόνον στη Μονή, ουδεμία δε διάταξη προβλέπει παράλληλη τήρηση Μοναχολογίου από οποιαδήποτε άλλη διοικητική αρχή. Για το λόγο αυτό, όταν ζητείται έγγραφη βεβαίωση περί της μοναχικής ιδιότητας και της συνδέσεως κάποιου μοναχού με ορισμένη Μονή, το άρθ. 1 εδ. β Ν.Δ. 1918/1942 ορίζει ότι προς τούτο αποτελεί πλήρη απόδειξη η βεβαίωση του οικείου Μητροπολίτη, εφόσον όμως στηρίζεται «εις υπεύθυνον δήλωσιν του ηγουμενοσυμΒουλίου ότι ούτος φέρεται εγγεγραμμένος εν τω Μοναχολογίω της Μονής» (ΣτΕ 1952/2000).

Συνεπώς, κάθε νόμιμη και έγκυρη μεταβολή στο περιεχόμενο του Μοναχολογίου της Ι. Μονής μας (όπως: διαγραφή μέλους Αδελφότητας, μετάπεμψις κ.λπ.), προϋποθέτει κατ’ αρχάς απόφαση της ίδιας της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία πρέπει να ληφθεί από τα αρμόδια διοικητικά της όργανα, ώστε να ακολουθήσει η μητροπολιτική έγκριση. Σε καμία όμως περίπτωση και από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη, προβλέπεται ότι τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί από την Ι. Σύνοδο και την κεντρική διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος! Όπως δε θα εξηγήσουμε πιο κάτω, τέτοια έξωθεν απόφαση δεν μπορεί να υποχρεώσει τη Μονή σε τροποποίηση του Μοναχολογίου της, ακόμη και αν έχει το χαρακτήρα εκκλησιαστικής ποινής.

[4]. Ο χαρακτηρισμός των Μονών ως Ν.Π.Δ.Δ., ως σκοπό έχει, μεταξύ άλλων, και την αυξημένη πολιτειακή και νομική τους προστασία. Κύρια εκδήλωση της τελευταίας αποτελεί η ευρύτατη αυτοδιοίκηση, την οποία άλλωστε ανέκαθεν απολάμβαναν οι Μονές (Σ. Λύτρας, Η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, Αθήνα 1993, 186 επ., Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα 11η έκδοση, 388).

Οι Μονές, ειδικότερα, ως Ν.Π.Δ.Δ., αυτοδιοικούνται μέσω των αποφάσεων που λαμβάνουν τα νόμιμα και αρμόδια διοικητικά όργανα αυτών (Ηγούμενος, Ηγουμενοσυμβούλιο κ.λ.π.). Επιπλέον, απολαύουν σημαντικής αυτοδιοικήσεως έναντι και των άλλων εκκλησιαστικών αρχών (Ι. Συνόδου και οικείου Μητροπολίτη), οι οποίοι δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στην εσωτερική διοίκηση και διαχείριση που ασκούν τα αρμόδια μοναστηριακά όργανα [άρθρ. 39 § 6 Ν. 590/1977, το οποίο, ορίζοντας κατά τρόπο εξαντλητικό και περιοριστικό τις αρμοδιότητες των Επισκόπων επί των Μονών, προβλέπει τα εξής: «Ο Μητροπολίτης ασκεί επί των Ιερών Μονών της επαρχίας αυτού την κατά τους ιερούς κανόνας πνευματικήν εποπτείαν δια την κανονικήν μνημόνευσιν του ονόματος αυτού εν ταις ιεραίς ακολουθίαις, την χειροθεσίαν του ηγουμένου, την έγκρισιν της κουράς των μοναχών, την ανάκρισιν των κανονικών παραπτωμάτων, την μέριμναν δια την κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της μονής και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής»∙ πρβλ. άρθρ. 6 Κανονισμού 39/1972, το οποίο, ορίζοντας τις «Κανονικές Δικαιοδοσίες του Επισκόπου», απαριθμεί μεν αυτές,  προβλέποντας στην παρ. β αυτού ότι ο Επίσκοπος απλώς «β) ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν πατρικώς και προστατευτικώς επί της Ι. Μονής και παρακολουθεί την ομαλήν κατά τους Θείους και Ι. Κανόνας λειτουργίαν αυτής», χωρίς όμως να προβλέπει και ανάμιξη του Επισκόπου στη διοίκηση της Μονής]. Ακόμη, οι διατάξεις της εκκλησιαστικής νομοθεσίας ουδεμία αρμοδιότητα προβλέπουν της Διαρκούς Ιεράς συνόδου, προς ανάμιξη στην εσωτερική οργάνωση και αυτοδιοίκηση των Μονών.
[5]. Όπως γίνεται αντιληπτό από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η Ι. Σύνοδος, λαμβάνοντας το επαχθές μέτρο της διαγραφής μας από το Μοναχολόγιο της Μονής, αποσκοπούσε να επιβάλλει είτε διοικητικό μέτρο είτε κατ’ ουσίαν εκκλησιαστική ποινή.

Εντούτοις, εδώ πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:

(α) Σε κάθε περίπτωση, η Ι. Σύνοδος δεν μας κάλεσε σε προηγούμενη ακρόαση, ως όφειλε από τη συνταγματική και διοικητική νομοθεσία, αφού εμείς θιγόμαστε από το ληφθέν μέτρο. Αντιθέτως, η Ι. Σύνοδος, όπως καθομολογεί ατυχώς η ίδια στην προσβαλλόμενη απόφασή της, αρκέσθηκε σε μία εντελώς αόριστη επίκληση «πληροφοριών» περί των ενεργειών μας, ότι δήθεν δηλαδή εμείς, όπως ισχυρίζεται αναπόδεικτα, επιδείξαμε «πνεύμα ανυπακοής», που οδηγούσε σε «διάσπαση της ενότητος» της Αδελφότητος.

Με το μη νόμιμο ωστόσο αυτό ‘αιτιολογικό’, η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει προδήλως τη θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση της ίδιας και αντιστοίχως του δικαιώματός μας περί της προηγούμενης ακροάσεως (άρθρο 20 § 2 Συντάγματος, άρθρο 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας).

(β) Την ανωτέρω όμως υποχρέωση υπέχει η Διαρκής Ι. Σύνοδος, ως διοικητική αρχή, και στην περίπτωση που, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη πράξη, σκοπούσε σε επιβολή εκκλησιαστικής ποινής.

Πέραν όμως αυτού, τέτοια εκκλησιαστική ποινή δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5383/1932, «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», αφού, σύμφωνα με το άρθ. 11 (Ποιναί επιβλητέαι εις μοναχούς) του εν λόγω νόμου: «Το Επισκοπικόν Δικαστήριον δύναται να επιβάλη εις τους μοναχούς και αγάμους κληρικούς τας εξής ποινάς, εφ’ όσον δεν ορίζεται ετέρα τις υπό ειδικού τινος νόμου: α) Επίπληξιν, β) Επί ιερωμένων, αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μέχρις ενός έτους, γ) Σωματικόν περιορισμόν εν τω σωφρονιστηρίω της οικείας μονής μέχρι δύο μηνών, δ) Σωματικόν περιορισμόν μέχρι 3 ετών εν τω ειδικώ σωφρονιστηρίω των κληρικών ή εν άλλη μονή, ε) Έκπτωσιν από του αξιώματος (οφφικίου) ή της θέσεως». Ακόμη όμως και η επιβολή των πιο πάνω ποινών μπορεί να γίνει μόνον από το Επισκοπικό Δικαστήριο, και όχι βεβαίως την Δ. Ι. Σύνοδο.

Τέλος, οποιαδήποτε έγκυρη επιβολή ποινής δεν γίνεται δι’ αλληλογραφίας, αλλά με συνεπή τήρηση της δικονομικής διαδικασίας του Ν. 5383/1932, κάτι που όμως εδώ ουδόλως προηγήθηκε [βλ. σχετικώς ΑναστΣτΕ 1138/2009, ΤΝΠ ‘Νόμος’ (556237): εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 5383/1932 και επιβολή από Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο της ποινής της καθαίρεσης, με αφαίρεση του μοναχικού σχήματος και διαγραφή από το μοναχολόγιο της μονής]. Έτσι λοιπόν, η ποινή της διαγραφής από το Μοναχολόγιο, που επιβλήθηκε από την υπό κρίση Συνοδική απόφαση 4715/2079, είναι ανυπόστατη.

ΙΙΙ. Λόγοι ακυρώσεως

Η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη τυγχάνει ακυρωτέα, λόγω αναρμοδιότητας της διοικητικής αρχής που την εξέδωσε (1), παραβάσεως ουσιώδους διαδικαστικού τύπου (2) καθώς και σωρευτικής παραβιάσεως διατάξεων νόμων (3).

Ειδικότερα:
[1]. Συντρέχει λόγος αναρμοδιότητας (άρθ. 48 Π.Δ. 18/1989), διότι από ουδεμία διάταξη νόμου προβλέπεται αρμοδιότητα της Διαρκούς Ι. Συνόδου να προβεί σε έκδοση μίας τέτοιας πράξεως, όπως είναι η προσβαλλόμενη.

Ως γνωστόν, η αρμοδιότητα αποτελεί συνιστώσα της αρχής της νομιμότητας, που (πρέπει να) διέπει τη δράση κάθε διοικητικού οργάνου. Στο πλαίσιο αυτό, το αρμόδιο για την άσκηση ορισμένης διοικητικής δράσεως διοικητικό όργανο καθορίζεται από τους κανόνες της διοικητικής νομοθεσίας, οι οποίοι έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού (και όχι ενδοτικού) δικαίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαγραφή από το Μοναχολόγιο γίνεται μόνον από τα διοικητικά όργανα της οικείας Ι. Μονή, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου μοναχού μέλους της, εφόσον αυτός προτίθεται να αποχωρήσει προκειμένου να εγγραφεί σε άλλη Ι. Μονή, της ίδιας ή άλλης επισκοπικής περιφέρειας. Ουδεμία διάταξη νόμου προβλέπει αρμοδιότητα της Ι. Συνόδου να «εντέλλεται» τέτοια διαγραφή, με οποιοδήποτε μορφή (διοικητικό μέτρο ή εκκλησιαστική ποινή).

[2]. Παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη Συνοδική πράξη εκδόθηκε χωρίς τήρηση της νόμιμης υποχρεώσεως κλήσεως του διοικουμένου σε προηγούμενη ακρόαση (άρθρο 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, άρθρο 20 § 2 Συντάγματος). Αντιθέτως, η Ι. Σύνοδος αρκέσθηκε, όπως η ίδια σημειώνει, σε «πληροφορίες» που είχε, αόριστες, γενικές και πάντως όχι προερχόμενες από εμάς, στο πλαίσιο νόμιμης κλήσεώς μας να εκθέσουμε τις απόψεις μας ενώπιον της ΔΙΣ.

[3]. Σωρευτική παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων νόμων. Ειδικότερα:

(α) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 20 § 2 Συντάγματος και 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου.

(β) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 Ν. 5383/1932, που δεν προβλέπουν ποινή «διαγραφής από το Μοναχολόγιο». Αντίθετα, η συγκεκριμένη ενέργεια δεν αποτελεί παρά μία απλή απόφαση του Μοναχού να αποχωρήσει από τη Μονή του προκειμένου αυτός να εγγραφεί στο Μοναχολόγιο άλλης Μονής, της ίδιας ή άλλης επισκοπικής περιφέρειας. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διαδικασία προϋποθέτει αίτηση του ενδιαφερόμενου μοναχού προς τη Μονή όπου είναι εγγεγραμμένος. Ουδεμία ωστόσο διάταξη νόμου προβλέπει δυνατότητα της Ι. Συνόδου να «εντέλλεται» άνωθεν και έξωθεν τέτοια διαγραφή.

(γ) Παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Συντάγματος (25 § 1 εδ. ε΄), που προβλέπουν την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, όταν λαμβάνονται διοικητικά μέτρα περιορισμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Εν προκειμένω, το μέτρο που ελήφθη με τις προσβαλλόμενες πράξεις συνιστά βαρύτατη διοικητική κύρωση, που έχει ως αποτέλεσμα οι διοικούμενοι (Μονή και μέλη της Αδελφότητας) να υπόκεινται σε ακραίο και δυσανάλογο διοικητικό κολασμό. Υπό αυτήν όμως την έννοια, οι εν λόγω πράξεις παρίστανται ως μη νόμιμες, αφενός μεν διότι αποσκοπούν στην τιμωρία των διοικουμένων (και όχι, ως θα όφειλαν, στη διασφάλιση της λειτουργίας της διοικήσεως), αφετέρου δε διότι έχουν τόσο δυσανάλογο περιεχόμενο, ώστε να μην ανταποκρίνονται στις στοιχειώδεις καν σταθμίσεις που επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας.

Επειδή η προσβαλλόμενη Συνοδική πράξη εκδόθηκε από ολοσχερώς αναρμόδιο διοικητικό όργανο, είναι ολοσχερώς παράνομη διοικητική πράξη. Επιπλέον, επειδή εκδόθηκε και κατά νόσφιση εξουσίας, δεν είναι εξοπλισμένη με το ‘τεκμήριο νομιμότητας’ και δεν παράγει τις οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες ή δεσμεύσεις.

Επειδή η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά πνευματικά ή δογματικά ζητήματα (ΣτΕ 4470/1976, ΣτΕ 2260 και 2267/1977) αλλά αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, δεκτική, ως εκ του λόγου τούτου, προσβολής δι’ αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 545/1978, 960/1978, 2991/1996 κ.ά., Β. Οικονομοπούλου, Αίτηση Ακυρώσεως, ό.π., σ. 41-43).

Επειδή βασίμως και εμπροθέσμως ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξεως για αναρμοδιότητα, παραβίαση διαδικαστικών τύπων και σωρευτική παράβαση διατάξεων νόμων, κατά τα αναλυτικώς προλεχθέντα.


Επειδή έχουμε προφανέστατο έννομο συμφέρον προς άσκηση της παρούσας αιτήσεως ακυρώσεως (άρθ. 47 Π.Δ. 18/1989), διότι με από την προσβαλλόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη επιχειρείται βίαιη προσβολή των ηθικών και υλικών δικαιωμάτων μας, όπως και της υπηρεσιακής μας καταστάσεως. Συντρέχει, άρα, πλήρως η προϋπόθεση του άμεσου και ενεστώτος υλικού και ηθικού εννόμου συμφέροντός μας προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως.

Επειδή κατά τα ανωτέρω νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά προσβάλλουμε την υπό κρίση εκτελεστή διοικητική πράξη.


Επειδή κατά την άσκηση της παρούσας καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη και παράβολα.


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

και για όσους λόγους νόμιμα και εμπρόθεσμα θα προσθέσουμε με ιδιαίτερο δικόγραφο Πρόσθετων Λόγων, και με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μας

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ακυρώσεώς μας σε όλο το περιεχόμενο αυτής (ιστορικό, νομικό και αιτητικό).

Να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 Πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αντίκλητό μας διορίζουμε τον Δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών Γεώργιο Ι. Παπαδάκη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 22775), οδός Πατριάρχου Ιωακείμ αριθμ. 19 (Κολωνάκι), τηλ. 210 7254694.

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

     Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2012»
Επειδή, όπως είναι απολύτως προφανές, από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης άνω πράξεως θα υποστούμε οι αιτούντες ανεπανόρθωτη βλάβη, n οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως -πολύ αργότερα, είναι η αλήθεια- της ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεώς μας. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη συνοδική πράξη, παρότι είναι εντελώς ανίσχυρη για όσους λόγους αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως, εντούτοις με την εκτέλεσή της δεν επάγεται, όπως γίνεται από το ιστορικό και νομικό μέρος της αιτήσεως ακυρώσεως καταφανές, ένα απλό επαχθές μέτρο σε βάρος μας, αλλά οδηγούν στην, κατ’ ενάσκηση νοσφίσεως εξουσίας, άρση της ιδιότητάς μας ως μελών της Μονής την οποία ιδρύσαμε, στην οποία επί 32 και 23 ολόκληρα συναπτά έτη ζούμε αντίστοιχα, και την οποία έχουμε ταυτίσει με την ίδια μας τη ζωή αλλά και την αποστολή μας, ως κληρικών.

Τυχόν εκτέλεση της προσβαλλόμενης, εντελώς παράνομης, συνοδικής πράξεως, θα έχει ως άμεσο και μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα την πλήρη αποκοπή μας από το νομικό πρόσωπο της Μονής μας, που είναι η οικογένειά μας, δηλαδή η Αδελφότητα στην οποία ανήκουμε και με τα μέλη της οποίας είμαστε επί μία ολόκληρη ζωή ταυτισμένοι. Και τούτο, χωρίς να παρίστανται στοιχειωδώς υπαρκτοί λόγοι που να δικαιολογούν μία τόσο ακραία και βάναυση ενέργεια, αφού ουδέποτε πράξαμε ή αισθανθήκαμε κάτι το οποίο να μάς χωρίζει από την Μοναστική Αδελφότητα-Οικογένειά μας.

Όπως προκύπτει από τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στην συνημμένη αίτηση ακυρώσεως, μόνον εμείς οι ίδιοι ή η Μονή μας μπορούμε να λάβουμε απόφαση για την επιδιωκόμενη από τη Διαρκή Ι. Σύνοδό απομάκρυνσή μας και τη νομική-διοικητική αποκοπή μας από την Αδελφότητα, στην οποία είμαστε εγγεγραμμένοι.

Άλλωστε, η προηγούμενη επιβολή σε βάρος μας από τη Σύνοδο του επιτιμίου της ακοινωνησίας [συνημ. 3], μάς στερεί τη δυνατότητα ακόμη και του ανθρώπινου βιοπορισμού, ο οποίος μέχρι στιγμής επιτυγχάνεται από τη Μονή της εγκαταβιώσεώς μας. Ελπίδα προς τούτο δεν μπορούμε να εναποθέσουμε ούτε στην προϊσταμένη μας εκκλησιαστική αρχή, δηλαδή την Ι. Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, ο Μητροπολίτης της οποίας έφθασε στο πρωτοφανές σημείο να επιδιώξει ακόμη και τον αναγκαστικό πλειστηριασμό της πατρικής οικίας του πρώτου των αιτούντων! [συνημ. 4].

Συνεπώς, κυρίες και κύριοι Δικαστές, μετά από την τυχόν άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ειλικρινά δεν θα έχουμε πού να καταφύγουμε! Θα είμαστε εκτός του Νομικού Προσώπου της Μονής μας αλλά και θα συνεχίσει να μάς καταδιώκει ο Μητροπολίτης, επιδιώκοντας την προσωπική και οικονομική μας συντριβή. Κατ’ ουσίαν, μόνη και ανεξέλεγκτη διοικητική αρχή μας θα καταστεί άμεσα αυτός μόνος ο Μητροπολίτης, ο οποίος έχει μέχρι σήμερα δείξει, όπως εκτέθηκε, με τρόπο σαφή και απτό τις εχθρικές του διαθέσεις σε βάρος της Αδελφότητάς μας, δυνάμενος πλέον να προβεί ανεξέλεγκτα σε προσωπικό διωγμό μας, ως ανυπεράσπιστων μοναχών.

Επειδή η χορήγηση της αιτουμένης αναστολής εκτελέσεως των προσβαλλόμενης με την αίτηση ακυρώσεως διοικητικής πράξεως, δεν αντίκειται στο δημόσιο ή το γενικότερο συμφέρον, το αντίθετο μάλιστα: το τελευταίο υπαγορεύει την προστασία της προσωπικότητας και της παραμονής μας στη μονή της εγκαταβιώσεως ημών των αιτούντων.

Επειδή έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι αναστέλλεται η εκδοθείσα διοικητική πράξη όταν η κατ' αυτής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, διότι δεν τηρήθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης (20 παρ. 2 Συντ.) [ίδετε ΣτΕ 988/2006 (Αναστολών), Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ 451893].

Επειδή έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι δέον όπως αναστέλλονται διοικητικές πράξεις που οδηγούν τους διοικούμενους σε οικονομική εξαθλίωση [ίδετε ΔΕφΑθ 116/2007 (Αναστολών), Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ 483464].

Επειδή ενόψει των παραπάνω, συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση χορηγήσεως προσωρινής αναστολής και προ της παρόδου της εξαήμερης προθεσμίας για την αποστολή του φακέλου από τη διοικητική αρχή, καθόσον n περί­πτωση μας είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους απολύτως επείγουσα.

Επειδή n αίτησή μας είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, ασκείται δε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει δεκτή.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ -          ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

Να γίνει δεκτή n αίτησή μας.

Να ανασταλεί (με οριστική απόφαση) και μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της από 19-12-2012 αιτήσεως ακυρώσεώς μου n εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως υπ’ αριθμ. 4715/207/9/23.10.2012 της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.


Να εκδοθεί προσωρινή απόφαση-διαταγή του Δικαστηρίου Σας για προσωρινή αναστολή εκτέλεσης των άνω προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων, μέχρι την αποστολή του φακέλου από τη διοικητική αρχή και

Να καταδικασθεί η καθής στη δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα, 19-12-2012

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος