Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Μηνυτήρια Αναφορά κατά του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, γιά "Ψευδή βεβαίωση" (άρθρο 242 § 1 Π.Κ.).

Κατατέθηκε αρμοδίως σήμερα 30-1-2013, η μηνυτήρια αναφορά κατά του σεβ. κ. Ιερόθεου Βλάχου, με 295 υποστηρικτικές υπογραφές! (Η συγκέντρωση υπογραφών συνεχίζεται). Επίσης ενημερώθηκαν με εξώδικο επιστολή οι αρμόδιοι πολιτειακοί και εκκκλησιαστικοί παράγοντες, που "ενεπλάκησαν" στη διαδικασία περί "διάλυσης" του νομικού προσώπου της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως, στηριζόμενοι σε αυταπόδεικτη ψευδή έγγραφη βεβαίωση του μητροπολίτη Ναυπάκτου! Η συνέχεια στην αρμόδια Εισαγγελία περιοχής Αθηνών, περιοχή όπου διεπράχθη και το "μητροπολιτικό" αδίκημα!


ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ   ΓΡΑΦΕΙΟ   ΝΙΚΟΥ  Ι.  ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ  &  ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ     
Βαλαωρίτου 9Β – Κολωνάκι – 106 71 Αθήνα – Τηλ.: 210 3390557 – Fax: 210 3390558

Προς: κ. Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών.

ΑΝΑΦΟΡΑ


Δια  Δικαστικού  Επιμελητή



Του π. Ιγνατίου Σταυροπούλου, Ιερομόναχου – Αρχιμανδρίτη, (κατά κόσμο Πλάτωνος-Αποστόλου) του Σπυρίδωνος, Διδάκτορος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Πτυχιούχου Θεολογικής Σχολής Πανεπ. Αθηνών, Πτυχιούχου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μπάρι Ιταλίας, υπ. Διδάκτωρ Νομικής,  κατοίκου Ναυπάκτου Αιτωλοακαρνανίας, εγκαταβιούντος και φιλοξενουμένου στην (προσωρινώς τέως) Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σκάλα Ναυπακτίας, κατοίκου επίσης Ναυπάκτου Αιτωλοακαρνανίας, οδός Καρακουλάκη αρ. 2,  εξουσιοδοτηθείς για την υποβολή της παρούσης από 295 (διακόσιους ενενήντα πέντε) κατοίκους Ναυπάκτου  (η συλλογή υπογραφών συνεχίζεται αμείωτη αλλά το κατεπείγον τα υπόθεσης επέβαλε την υποβολή της παρούσης, νέοι κατάλογοι με ονοματεπώνυμα και υπογραφές θα υποβληθούν στο στάδιο της προκαταρκτικής, μαζί με τα αναφερόμενα στην μηνυτήρια αναφορά σχετικά έγγραφα στοιχεία  και τα ήδη εδώ ενσωματωμένα έγγραφα, ήτοι της υπ’ αριθμ. ΡΛ΄ Πράξης του αναφερομένου Μητροπολίτη, του αποσπάσματος πρακτικών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Συνεδρίας Μ΄ της 19.8.2011 και του υπ’ αριθμ. 5/2013 Π.Δ.).
 
ΚΑΤΑ
 
Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου  Ιεροθέου (κατά κόσμον Γεωργίου Βλάχου), κατοίκου Ναυπάκτου Αιτωλοακαρνανίας, οδός Γ. Αθανασιάδη-Νόβα αρ. 1.

Αδίκημα:

Κοινοποίηση:


1. Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, Πρόεδρο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
2. κ. Κάρολο Παπούλια, Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
3. κ. Αντώνιο Σαμαρά, Πρωθυπουργό.
4. κ. Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο, Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

 
Ενσωματώνονται οι κατάλογοι με τις υπογραφές των 295 κατοίκων της Ναυπάκτου: ……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Αξιότιμη κα Προϊσταμένη,

Ι. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Με την παρούσα καταμηνύω, τόσο ατομικώς όσο και για λογαριασμό και επ’ ονόματι 295 κατοίκων της Ναυπάκτου, εξουσιοδοτηθείς προς τούτο με τα ανωτέρω ενσωματωμένα έγγραφα (και εγώ εν συνεχεία εξουσιοδοτώντας τον υπογράφοντα την παρούσα δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Αντωνιάδη για την υποβολή της δια δικαστικού επιμελητή), τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο (κατά κόσμον Γεώργιο Βλάχο) για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης που διέπραξε με τα όσα εν γνώσει του ψευδώς βεβαίωσε στην υπ’ αριθμ. ΡΛ΄ / 18.8.2011 Πράξη του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 1) την οποία απηύθυνε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με σκοπό την ανάκληση του Π.Δ. ιδρύσεως της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου (από τις παλαιότερες, ιστορικότερες, και πλέον γνωστές στο Πανελλήνιο αλλά και παγκοσμίως, για το εκπληκτικό της χριστιανικό, πολιτιστικό και ανθρωπιστικό έργο της), όπερ και πέτυχε (Βλ.  το απόσπασμα των πρακτικών της παραπλανηθείσης από τον μηνυόμενο Μητροπολίτη Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Συνεδρίας Μ΄ της 19.8.2011, και το υπ’ αριθμ. 5/2013 Π.Δ ανάκλησης του Π.Δ. ίδρυσης της Ιεράς Μονής, προϊόν και αυτό με τη σειρά του της ψευδούς βεβαίωσης του μηνυομένου – Σχετικά υπ’ αριθμ. 2-3). Διότι ένα είναι απολύτως σίγουρο: Ότι σε κάθε περίπτωση η Πολιτεία και ο Υπουργός κ. Αρβανιτόπουλος, που κατά τα λοιπά επιτελεί εξαιρετικό κυβερνητικό έργο, δεν θα προέβαινε στις ενέργειες που έλαβαν χώρα και οδήγησαν στην έκδοση του επίδικου Π.Δ., εάν γνώριζαν την αλήθεια, δηλαδή τα αμέσως κάτωθι εκτιθέμενα.

Προηγουμένως, ενσωματώνω τα τρία καθοριστικά της διάλυσης της Ιεράς Μονής, με πρώτο εξ αυτών το αντικείμενο του εγκλήματος, ήτοι την υπ’ αριθμ. ΡΛ΄ / 18.8.2011 Πράξη του μηνυομένου με τα ψευδή γεγονότα που εν γνώσει της αναληθείας τους βεβαίωσε, υπέγραψε και απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο:

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος είναι ένα μεγάλο και ζωντανό ανδρικό Κτητορικό και Κοινοβιακό πολυμελές Μοναστήρι - Ιεραποστολικό Κέντρο. Λειτουργεί ως ελπίδα και παρηγοριά των Ναυπακτίων, αλλά και των Χριστιανών του κόσμου, και καύχημα των Πατριαρχών, Αρχιεπισκόπων, Επισκόπων, Ηγουμένων, Κληρικών, Μοναχών και Λαϊκών της Εκκλησίας, με το τεράστιο Μοναστικό, Εκκλησιαστικό, Ιεραποστολικό, Φιλανθρωπικό, Επιστημονικό, Κοινωνικό, Νεανικό, Ιεραποστολικό, Διεθνές αλλά και  Εθνικό έργο. Ένα Ορθόδοξο καθ’ όλα Μοναστήρι, που κτίσθηκε εκ βάθρων σε έναν τελείως άγονο χώρο και διοργανώθηκε ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του διοργανωτού του Κοινοβιακού Μοναχισμού Μεγάλου Βασιλείου, των Τριών Ιεραρχών και Αγίων Πατέρων, Ηγουμένων, Γεροντάδων και Μοναχών του Αγίου Όρους. Ένα Ορθόδοξο και Ελληνικό Μοναστήρι που προβάλλει τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό στα πέρατα του κόσμου, με την ζωή του και με τα έργα του. Πλήθος ανθρώπων από όλο τον κόσμο ωφελήθηκαν πνευματικά αλλά και οικονομικά από το Μοναστήρι. Και μάλιστα, λόγω της δράσης του, ανέβηκε κατακόρυφα το πνευματικό αλλά και το οικονομικό επίπεδο του Λαού της Ναυπάκτου, της Ναυπακτίας και της ευρύτερης περιοχής και μειώθηκε κατακόρυφα η εγκληματικότητα και η διαφθορά.

     Όμως, αυτό το θεάρεστο και σωτήριο έργο, ο Μητροπολίτης, ενώ αρχικώς το επαινούσε, μετά την παρασχεθείσα στην Ιερά Μονή επιχορήγηση το έτος 1998, απαίτησε την εγγραφή της επιδότησης στον προϋπολογισμό της Ιεράς Μονής και την καταβολή παρανόμων και υπερόγκων ποσοστῶν εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, στα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά Ταμεία. Μετά την άρνηση των διοικητικών και διαχειριστικών οργάνων της Ιεράς Μονής, δηλαδή του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ολομελείας της Αδελφότητος, να ικανοποιήσουν τις παράνομες και υπέρογκες απαιτήσεις του, ο μηνυόμενος Μητροπολίτης άρχισε εκδικητικά να τους καταδιώκει και ξεκίνησε έναν ανηλεή πόλεμο κατά της Μονής, που έφτασε έως την καταμηνυόμενη ψευδή βεβαίωση και την διάλυση της Μονής. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 3 της υπ’ αριθμ. πρωτ. 64131/Ν.Ν. 711/Ν. 1892/90/4.12.1997 αποφάσεως του τότε Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η παρασχεθείσα επιδότηση ΔΕΝ εγγράφεται στον προϋπολογισμό αλλά εμφανίζεται με μορφή αφορολόγητου αποθεματικού σε ξεχωριστό λογαριασμό, απαιτουμένης της τηρήσεως ειδικού λογιστικού βιβλίου. Αυτό σημαίνει ότι η απαίτηση του Μητροπολίτης για την παρά ταύτα εγγραφή της επιχορήγησης στον προϋπολογισμό, ως τακτικό έσοδο της Ιεράς Μονής, ήταν παντελώς παράνομη, θα οδηγούσε σε παράνομες παρακρατήσεις, ώστε αν είχε ενδώσει η Ιερά Μονή στην απαίτηση του αντιδίκου, θα είχε διαπράξει το Ηγουμενοσυμβούλιο σοβαρότατα ποινικά αδικήματα (όπερ και απεδέχθη και το Συμβούλιο Εφετών – Βλ. κατωτέρω – που απήλλαξε αμετακλήτως με βούλευμα το Ηγουμενοσυμβούλιο, αφού έως και σε αυτό το σημείο έφτασε ο μηνυόμενος Μητροπολίτης, ήτοι να κατηγορήσει την Ιερά Μονή για κακουργηματική υπεξαίρεση!!).

Έτσι, πέτυχε την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος περί διαλύσεως της Μονής, μετά από προσπάθειες 18 ολόκληρων χρόνων και μετά από σκληρότατο διωγμό, που υπέστη από αυτόν το Μοναστήρι, και αφού επιχείρησε πρώτα να το διαλύσει στην πράξη πετυχαίνοντας την επιβολή επιτιμίων εν τέλει σε ΟΛΟΥΣ τους μοναχούς και εκδίδοντας πράξεις απολύσεως των Ιεροκηρύκων και Ιερέων της Ιεράς Μονής και στέρηση της ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής ασφαλίσεώς τους και της μισθοδοσίας τους με την οποία συντηρούσαν τους υπόλοιπους αδιόριστους Μοναχούς. Απολύσεις, την μία μετά την άλλη (ειδικά δε εγώ διεκδικώ θέση στο βιβλίο Γκίνες για τον αριθμό απολύσεων μου από τον Μητροπολίτη).

Για πρώτη  φορά στην Ιστορία της Ελλάδος, με πράξη ενός Μητροπολίτη, βρίθουσα ψευδών βεβαιώσεων, παραπλανήθηκε η  Ιερά Σύνοδος  και ο Υπουργός Παιδείας  και εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα, με το οποίο διαλύθηκε νομικά η Ιερά Κτητορική και Κοινοβιακή Πολυμελής Ιερά Μονή. Ούτε οι Οθωμανοί δεν διέλυσαν κάποιο Μοναστήρι κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Αλλά και οι Βαυαροί, που διέλυσαν νομικά   Μοναστήρια, στην Ελληνική Επικράτεια δεν διέλυσαν μεγάλα και πολυμελή Κοινόβια, όπως το δικό μας, αλλά μόνο μικρές Ι. Μονές με 1, 2, 3, Μοναχούς. Ο μηνυόμενος όχι μόνον επέτυχε με δική του εγκληματική συμπεριφορά την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, αλλά και εξήγγειλε στο 402/18-8-2011 έγγραφό του προς την Ιερά Σύνοδο και τον Υπουργό Παιδείας (Σχετικό υπ’ αριθμ. 4) την συνέχεια του «σχεδίου» του. Δηλαδή την διαγραφή όλων των Μοναχών και Ιερομονάχων, από το Μοναστήρι αυτό και την εγγραφή τους σε άλλη Μονή («περί δε της εγγραφής των μοναχών της διαλυομένης Ι. Μονής εις μοναχολόγιον ετέρας Ι. Μονής θέλει εκδοθή ημετέρα απόφασις»), με επιδίωξη δηλαδή, την εκδίωξή τους από το Μοναστήρι, που το ίδρυσαν και  το έχτισαν εκ βάθρων, ως κτήτορες.  Προφανής στόχος του Μητροπολίτη, είναι όχι μόνο να εκδικηθεί διότι δεν επέτυχε να αναγκάσει την Μονή να καταβάλει τα παράνομα και υπέρογκα ποσοστά εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, που απαιτούσε εκείνος, αλλά και κυρίως το  να περιέλθουν στην δική του δικαιοδοσία και εκμετάλλευση, τα ολοκληρωμένα και σύγχρονα κτίρια της Μονής και ο πλήρης και σύγχρονος εξοπλισμός, που όλα μαζί αποτελούν αξιόλογη περιουσία και αγαθό, που χρησιμοποιείται κοινωφελώς, για το Δημόσιο συμφέρον γενικότερα, αλλά και για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών των πιστών Χριστιανών.

Είναι πολύ πιθανόν, ότι ο συστηματικός διωγμός της Μονής, επί 18 ολόκληρα χρόνια, απέβλεπε, αφού πρώτα «διαλυθεί» νομικά, αλλά και ουσιαστικά η μεγαλύτερη Κοινοβιακή Αδελφότητα και Μοναστήρι της Δυτικής Ελλάδος, να ισχύσει τρόπον τινά ως δεδικασμένο, η δυνατότητα  «διάλυσης» όλων των άλλων Κοινοβίων Μοναστηριών της Ελλάδος, καθώς και  η κατάργηση του θεσμού του αυτοδιοίκητου των Ι. Μονών και η «αρπαγή» των περιουσιών των, όπως έγινε με διάφορους τρόπους, πολλές φορές στο παρελθόν.

     Ανεξαρτήτως της ακυρότητας του Προεδρικού Διατάγματος (δεδομένου ότι η έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος περί «διάλυσης - συγχώνευσης» του νομικού προσώπου του  Μοναστηριού της Μεταμορφώσεως, με Απόφαση του επιχώριου Μητροπολίτη, είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, χωρίς πρόβλεψη νομοθετική, στηριγμένη σε παράνομη αιτιολόγηση κατά ευθεία παράβαση των Ιερών Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επί πλέον δε είναι πρακτικά μη εφαρμόσιμη, διότι δεν προέβλεψε καμιά διαδικασία στο Π.Δ, για το πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί στην πράξη η απόφαση αυτή, γεγονός που δεν μπορεί να θεραπευτεί -Βλ. ενδεικτικά δύο γνωμοδοτήσεις ειδικών Πανεπιστημιακών διδασκάλων – Σχετικά υπ’ αριθμ. 5-6 – που αιτιολογούν και επεξηγούν πλήως το εντελώς αντικανονικό και παράνομο της πρωτοφανούς αποφάσεως – προτάσεως περί της διαλύσεως μιας Μονής, με μόνη αιτιολογία την Απόφαση του επιχωρίου Μητροπολίτη),         εν προκειμένω θα περιοριστούμε στα ψευδή γεγονότα που περιλαμβάνονται στην επίδικη πράξη του μηνυομένου (συνοδευόμενα και με ενδεικτικά στοιχεία της αναξιοπιστίας και κακοπιστίας του, που ενισχύουν τα μέγιστα την πεποίθηση περί του δόλου του και στην καταμηνυόμενη πράξη του): 

            ΙΙ. ΤΑ ΨΕΥΔΗ.

1ο  ψεύδος (Αρχίζοντας από τα «απλά» ψεύδη)

Στο έγγραφό του ο μηνυόμενος επικαλέσθηκε το άρθρο 39 του Νόμου 590/77 και τα άρθρα 2 και 4 του Κανονισμού 39/72, βεβαιώνοντας ότι δήθεν αυτά μόνο πρέπει να ληφθούν υπόψη για την διάλυση της Μονής. Όμως, η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν και άλλοι νόμοι και διατάξεις και άρθρα, που πρέπει να ληφθούν υπόψη, που υπερισχύουν των όσων επικαλείται το  έγγραφο του Μητροπολίτη, όπως:

      α. Κατ’ αρχήν οι ίδιοι αυτοί νόμοι 590/77 και 39/72 καθορίζουν λεπτομερώς τις δικαιοδοσίες του Μητροπολίτου επί των Μονών και τον περιορίζουν από την ασυδοσία και μάλιστα από την διάλυση μίας ζωντανής Κτητορικής Κοινοβιακής Μονής, με πολυμελή Αδελφότητα.

      β. Η διάταξη του άρθρου 21 του Νόμου 4684/1930, επιτρέπει την διάλυση μόνο των Μονών εκείνων, που έχουν κάτω από έξι (6) Μοναχούς και το άρθρο αυτό δεν καταργήθηκε ποτέ με άλλο Νόμο η άρθρο η διάταξη.

      γ. Εκτός αυτού, υπάρχει κατοχυρωμένο ως θεσμός, το αυτοδιοίκητο των Μονών βάση των άρθρων 13 του Συντάγματος και του άρθρου 9, της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία υπερισχύουν του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος Ν.590/77 και του Κανονισμού 39/72 και δεν δύναται να αποφασίζει από  μόνος του ο επιχώριος Μητροπολίτης την διάλυση μίας Μονής, χωρίς την απόφαση της Ολομελείας της Αδελφότητος, της αυτοδιοίκητης Ιεράς Μονής.

      δ. Περαιτέρω, ισχύει ο Εσωτερικός Κανονισμός της Μονής, που αποτελεί ουσιαστικό Νόμο του Κράτους, βάσει των άρθρων 43 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι ισχυρότερος από τους 590/77 και 39/72, λόγω του ότι είναι μεταγενέστερος και ειδικός Νόμος, ο οποίος προβλέπει για οποιαδήποτε ενέργεια να υπάρξει η σύμφωνη γνώμη της Συνάξεως της Ολομελείας της Αδελφότητος (άρθρα 32 και 62).

      ε. Ισχύει το άρθρο 17 του Συντάγματος, με παρόμοιες προϋποθέσεις, που υπερισχύει των 590/77 και 39/72.

      στ. Ισχύει και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος με παρόμοιες προϋποθέσεις που υπερισχύει των 590/77 και 39/72.

      ζ. Ισχύει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που υπερισχύει των 590/77 και 39/72.

      η. Δεν προβλέπεται από Νόμο η Ιερό Κανόνα η διάλυση Μονής, και μάλιστα επειδή δήθεν κάποιος η κάποιοι Μοναχοί, έκαναν κάποιες παραλείψεις η σφάλματα (που δεν έκανε τίποτα κακό, κανένας από τους Πατέρες της Μονής). Οι παραλείψεις και τα σφάλματα δικάζονται στα εκκλησιαστικά η στα κοσμικά Δικαστήρια και αν αποδειχθούν δικαστικώς αληθινά, τότε τιμωρείται ο ένοχος και δεν διαλύεται ένα  Μοναστήρι.

2ο ψεύδος

Η αναφορά του ως άνω εγγράφου του Μητροπολίτου, στους Ιερούς Κανόνες δ΄  καὶ η΄ της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, λθ΄ των Αγ. Αποστόλων, λδ΄ της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου: Η γνωστή στον μηνυόμενο αλήθεια είναι ότι οι συγκεκριμένοι  Ιεροί Κανόνες δεν αναφέρουν τίποτα εντελώς, για διάλυση Ι. Μονής.

3ο ψεύδος

Η αναφορά του μηνυομένου στο Προεδρικό Διάταγμα 601/1980 ιδρύσεως της Ι. Μονής. Όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν αναφέρει τίποτα για διάλυση της Ι. Μονής.

4ο ψεύδος

Η κατηγορία ότι δήθεν η Ι. Μονή δεν εφάρμοσε το έγγραφο της Ι. Συνόδου 4388/19-12-2001: Η αλήθεια είναι ότι η Ι. Μονή εφάρμοσε το έγγραφο αυτό και να κληθεί στη προκαταρκτική εξέταση ο μηνυόμενος να αποδείξει το αντίθετο!

5ο ψεύδος

Η αναφορά του μηνυομένου στο έγγραφό του προς τον Υπουργό και την Ιερά Σύνοδο, στα δύο έγγραφα της Ι. Συνόδου 2584/30-6-2010 και 3146/27-8-2010: Η αλήθεια είναι ότι αυτά δεν αναφέρουν τίποτα για διάλυση της Ιεράς Μονής. Το πρώτο έγγραφο, εγκρίνει την εκλογή του νέου Ηγουμένου (αναρμοδίως). Το δεύτερο έγγραφο, (αναρμοδίως πάλι), απορρίπτει την παραίτηση του νέου Ηγουμένου. Και πάντως κανένα δεν αναφέρεται σε διάλυση της Ιεράς Μονής.

6ο ψεύδος

Η αναφορά στις αποφάσεις του ΣτΕ 685/11 και 686/11 (Σχετικά υπ’ αριθμ. 7-8), ότι δήθεν με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν νόμιμη η έκπτωση του π. Σπυρίδωνος Λογοθέτη και τα επιβληθέντα επιτίμια της ακοινωνησίας: Τερατώδη ψεύδη (που κατατείνουν στο να πείσει τη Σύνοδο και τη Διοίκηση ότι έχουν εκδοθεί και αποφάσεις του ΣτΕ που έκριναν νόμιμες τις ανωτέρω ποινές και να ενισχύσει την επιχειρηματολογία περί διαλύσεως της Μονής):

α. Ως προς τις ποινές της ακοινωνησίας το ΣτΕ ΔΕΝ έκρινε τη νομιμότητα ή μη αυτών, κατά την παγία νομολογία του ότι πρόκειται περί πνευματικού περιεχομένου ποινές, ανέλεγκτες από το ΣτΕ (καθιστώντας έτσι τον κάθε «ανεπιθύμητο» μοναχό, αρχιμανδρίτη, μητροπολίτη κ.λ.π., έρμαιο κακόπιστων «αντιπάλων» τους στους κόλπους της Εκκλησίας…).

β. Ως προς δε την ποινή της εκπτώσεως, το ΣτΕ ΟΥΔΟΛΩΣ απεφάνθη περί της νομιμότητας της ποινής της εκπτώσεως, κρίνοντας ότι ο αιτών (Σπυρίδωνας Λογοθέτης) δεν είχε πλέον έννομο συμφέρον να εξεταστεί η αίτησή του, λόγω του εκ των υστέρων επιβληθέντος επιτιμίου της ακοινωνησίας που του επιβλήθηκε και ότι επομένως και να γινόταν δεκτή η αίτησή του, δεν θα μπορούσε να επανέλθει ως επιτιμηθείς (επιτίμιο όμως που το ΣτΕ δεν έκρινε, καθιστώντας και αυτό με τη σειρά του όμηρο τον αιτούντα).

Δύο σημαντικές εν προκειμένω παρατηρήσεις:

-Ο εισηγητής της υπόθεσης Κωνσταντίνος Πισπιρίγγος, στην έγγραφη εισήγησή του είχε προτείνει να γίνει ΔΕΚΤΗ η αίτηση του Σπυρίδωνα Λογοθέτη, εφόσον κρινόταν ότι παρέμενε ενεργό το έννομο συμφέρον του, και

-ότι σε κάθε περίπτωση ακόμη και αυτή η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία, αφού μειοψήφισαν δύο μέλη, εκ των ο οποίων ο ένας ο Πρόεδρος του Τμήματος κ. Γεώργιος Σταυρόπουλος, μετέπειτα Υπουργός! Και όμως, ο μηνυόμενος έφτασε στο σημείο να προβαίνει σε ΑΥΤΑΠΟΔΕΙΚΤΗ κατά τα ανωτέρω ψευδή βεβαίωση, βεβαιώνοντας ότι με τις εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ εκρίθησαν νόμιμες οι ανωτέρω κατάπτυστες ποινές.

7ο ψεύδος

Η κατηγορία ότι δήθεν έμεινε «ακέφαλο» δηλαδή αδιοίκητο, το Μοναστήρι. Όμως, η αλήθεια είναι ότι το Μοναστήρι δεν έμεινε ποτέ «ακέφαλο» και αδιοίκητο. Όπως είναι γνωστό, ο Μητροπολίτης επέτυχε διά της Ιεράς Συνόδου νά βγάλουν από Ηγούμενο τον εκλεγμένο Ηγούμενο και συγχρόνως Κτήτορα και Ιδρυτή της Μονής και Διοργανωτή της Αδελφότητος, Πνευματικό και Γέροντα όλων των Πατέρων της Αδελφότητος, Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Σπυρίδωνα Λογοθέτη, με απόφαση των Μητροπολιτών του Συνοδικού Δικαστηρίου, που στηρίχθηκαν σε πλήθη ψευδών, ανυπόστατων, αστήρικτων και συκοφαντικών κατηγοριών του μηνυομένου (Σχετικά υπ’ αριθμ. 9-10).

Έπειτα διέταξαν τους Πατέρες να κάνουν εκλογές για να εκλέξουν άλλον Ηγούμενο, γιά «μην είναι η Μονή «ακέφαλη». Η Μονή υποτάχθηκε και έκανε συνολικά πέντε φορές!!!... εκλογές (Σχετικά υπ’ αριθμ. 11-15) για την ανάδειξη άλλου Ηγουμένου, και εξέλεξε τον π. Σπυρίδωνα, τον π. Τιμόθεο (δύο φορές) τον π. Ειρηναίο και τον π. Ιερώνυμο, αλλά διαρκώς ο Σεβ. Μητροπολίτης  κ.Ιερόθεος τους απέρριπτε αναρμοδίως, παρανόμως και αντικανονικώς, προφανώς για να κατηγορεί ψευδώς στα Υπουργεία κλπ. την Μονή ως «ακέφαλη» (Σχετικά υπ’ αριθμ. 16-20). Εκτός από την περίπτωση του π. Ειρηναίου που ο Δεσπότης και η Ι. Σύνοδος ενέκριναν την εκλογή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 21).

Αλλά ο νεοεκλεγείς Ηγούμενος π.Ειρηναίος, ευρισκόμενος πρό ανυπερβλήτων γι’ αυτόν προβλημάτων και εξ αιτίας της κλονισμένης υγείας του, παραιτήθηκε αμέσως και δεν ανέλαβε καθήκοντα. Παρά το γεγονός όμως ότι η παραίτηση ήταν κανονική και νόμιμη, εντούτοις ο μηνυόμενος (και εν συνεχεία η Ι. Σύνοδος, ακολουθώντας τον μηνυόμενο) δεν την ενέκρινε και την χρησιμοποίησε ως αφορμή και τιμώρησε και διέλυσε ένα ολόκληρο Μοναστήρι και όλους τους Μοναχούς με ακοινωνησία, κατηγορώντας την Μονή ως «ακέφαλη» (Σχετικό υπ’ αριθμ. 22). Ταυτόχρονα, δήλωνε ότι η Μονή δεν είναι ακέφαλη αλλά έχει Ηγούμενο τον π. Ειρηναίο (βλέπε και Ημερολόγιο της Ι.Μητροπόλεως Ναυπάκτου 2013 – Σχετικό υπ’ αριθμ. 23 - !!!).

Όμως το Μοναστήρι δεν έμεινε ποτέ «ακέφαλο». Διότι η δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας 270/2009 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 24) είχε αποφασίσει συγκεκριμένα για την Ι. Μονή Μεταμορφώσεως «την περιέλευση όλων των ζητημάτων διοικήσεως της Ιεράς Μονής στην Ολομέλεια της Αδελφότητος», μέχρι την εκλογή νέου Ηγουμένου.  Έτσι το Μοναστήρι είχε ΔΙΑΡΚΗ κεφαλή την Ολομέλεια της Αδελφότητος. Ο μηνυόμενος, όμως, κατηγορούσε εν γνώσει του ψευδώς το Μοναστήρι ότι είναι «ακέφαλο». Και ενώ έλεγε αυτά τα ψέματα,  ταυτοχρόνως  ο  ίδιος αναγνώριζε σε υπόμνημά του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου, ότι το Μοναστήρι δεν ήταν «ακέφαλο», διότι όπως έγραφε «κανένα ΝΠΔΔ δεν μένει ακέφαλο ποτέ και χωρίς διοίκηση. Ήδη ο Εσωτερικός Κανονισμός της Μονής (Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου) προβλέπει ότι η Ολομέλεια της Αδελφότητος αναλαμβάνει κάθε αρμοδιότητα που δεν προβλέπεται από τον Κανονισμό. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνει και πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (270/2009)Σχετικό υπ’ αριθμ. 25)!

     Και όταν πάλι, η Ι. Μονή ενήργησε κανονικές και νόμιμες εκλογές και εξελέγη Ηγούμενος ο Αρχιμ. π. Ιερώνυμος Δελημάρης (Σχετικό υπ’ αριθμ. 26), πάλι ο μηνυόμενος, χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα, ούτε από Νόμους, ούτε από Ιερούς Κανόνες, δήλωσε ότι δεν αποδέχθηκε την εκλογή του και βεβαίωσε εν συνεχεία ψευδώς στον Υπουργό Παιδείας και στην Ι. Σύνοδο, ότι το Μοναστήρι είναι δήθεν «ακέφαλο»!!!… Αλλά η Μονή δεν έμεινε ποτέ ακέφαλη, ούτε τυπικά, ούτε και ουσιαστικά και αποδεικνύεται έτσι το μέγεθος και αυτού του ψεύδους και της γνώσης αυτού από τον μηνυόμενο.

8ο ψεύδος

            Η κατηγορία ότι δήθεν η Μονή δεν δέχεται κανένα εκκλησιαστικό οικονομικό έλεγχο και ότι δήθεν δεν δέχεται τις αρμοδιότητες του Επισκόπου για έλεγχο.

            Όμως, η πολύ γνωστή στον Μητροπολίτη αλήθεια είναι ότι η Μονή αποδέχθηκε αλλά και υπέστη και τον έλεγχο του Μητροπολίτου το 1998, όπως ο ίδιος ο μηνυόμενος ομολογεί με το έγγραφό του υπ' αριθμ. 636/12-11-1998, προς την Ι. Μονή (Σχετικό υπ’ αριθμ. 27):


      «Εκ του γενομένου ελέγχου του απολογισμού της Ιεράς υμών Μονής, διεπιστώθησαν τα κάτωθι:….κλπ.»…

            Παρομοίως, η Ι. Μονή αποδέχθηκε και τον εκκλησιαστικό έλεγχο της Ιεράς Συνόδου – ΕΚΥΟ, το 2002, όπως αποδεικνύουν τα σχετικά έγγραφα (Σχετικά υπ’ αριθμ. 28α - ). 

      Περαιτέρω, τα κάτωθι έγγραφα της Μονής προς Μητροπολίτη και Ιερά Σύνοδο, ενισχύουν τον δόλο του μηνυομένου και στο 8ο αυτό ψεύδος, καθώς αυτά έλεγαν τα εξής αποκαλυπτικά:

-ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ

α) Το έγγραφο υπ' αριθμ. 50/2-7-1998 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 29): «Δια του παρόντος και εις απάντησιν του υπ’ αριθμ. 266/18-5-1998, προαγόμεθα να αναφέρωμεν Υμίν, ότι η Αδελφότης της Ιεράς Μονής ευχαρίστως και προθύμως θα περιμένη και θα δεχθή πάντα έλεγχον του Οικονομικού της Απολογισμού εις τα πρωτότυπα παραστατικά αυτού, εις τον χώρον της Μονής, όπου συμφώνως τω νόμω είναι η φυσική αλλά και μοναδική των θέσις».

β) το έγγραφο 99/18-11-1998 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 30): «Δια του παρόντος και εις εκτέλεσιν της υπ’ αριθμ.648/17-11-1998 Υμετέρας εντολής, προαγόμεθα να αναφέρωμεν Υμίν, ότι ήδη δια του υπ' αριθμ 50/ 2-7-1998 υποβληθέντος εις Υμάς ημετέρου εγγράφου, ανεφέραμεν Υμίν τα δέοντα».

γ) το έγγραφο υπ' αριθμ.14/29-1-1999 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 31):«Δια του παρόντος και εις απάντησιν του υπ’ αριθμ. 29/26-1-1999 εγγράφου Σας, προαγόμεθα να Σας αναφέρωμεν, ότι όπως Σας ανεφέραμεν και πάλιν δια του υπ’ αριθμ. 50/2-7-1998 εγγράφου μας, η Αδελφότης της Ιεράς Μονής ευχαρίστως και προθύμως επερίμενεν, αλλά και θα περιμένη και θα δεχθή πάντα έλεγχον των Οικονομικών της Απολογισμών εις τα πρωτότυπα παραστατικά αυτών (Αποδείξεις εισπράξεων, Τιμολόγια πληρωμών κλπ.), εις τον χώρον της Μονής, όπου συμφώνως τω νόμω είναι η φυσική, αλλά και η μοναδική των θέσις. Εσείς, βεβαίως, απαιτείτε να Σας παραδώσωμεν (εις τα Γραφεία Σας) τα πρωτότυπα παραστατικά. Σας παρακαλούμεν, λοιπόν, θερμώς, να καθορίσητε ημέραν και ώραν οικονομικού ελέγχου των πρωτοτύπων παραστατικών, ώστε ο Οικονόμος της Μονής και μέλη της Αδελφότητος να μεταφέρουν τα πρωτότυπα παραστατικά εις το Γραφείον Σας και εκεί παρουσία των να γίνη ο έλεγχος και εν συνέχεια να επιστρέψουν και πάλι τα παραστατικά εις την Μονήν».

δ) το έγγραφο υπ' αριθμ.11/28-1-2000 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 32): «Δια του παρόντος και εις απάντησιν του υπ’ αριθμ. 793/14-12-99 εγγράφου Σας προαγόμεθα να Σας αναφέρωμεν ότι αναμένομεν πάντοτε προθύμως την εντολήν Σας δια να προσκομίσωμεν εις την Ιεράν Μητρόπολιν τα πρωτότυπα παραστατικά των οικονομικών απολογισμών της Μονής, των παρελθόντων ετών, προκειμένου να ελεγχθούν αυτοί. Ήδη με πρωτοβουλίαν της Μονής απηυθύνθημεν δύο φοράς (Σεπτέμβριον 1999 και Ιανουάριον 2000) εις τον Γενικόν Αρχιερατικόν Σας Επίτροπον, όπως μας είχατε δώσει εντολήν, ἀλλὰ εκείνος δεν εδέχθη να διεξάγη τον έλεγχον αυτόν. Ως εκ τούτου, αναμένομεν να καθορίσητε Σεις ημέραν και ώραν ελέγχου, οπότε ο Οικονόμος της Μονής θα προσκομίση τα πρωτότυπα πα-ραστατικά εις την Ιεράν Μητρόπολιν και συμφώνως με την προφορικήν οδηγίαν Σας θα παραμεί-νη μετ’αυτών μέχρι το τέλος του ελέγχου, οπότε θα τα επαναφέρη ο ίδιος εις την Ιεράν Μονήν».

ε) το έγγραφο υπ' αριθμ. 20/14-2-2000 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 33): «Δια του παρόντος και εις απάντησιν του υπ’ αριθμ. 100/9-2-2000 εγγράφου Σας, προαγόμεθα να Σας αναφέρωμεν ότι δια τα πρωτότυπα παραστατικά Σας έχομεν αναφέρει εις έτερον (το προηγούμενον) έγγραφον».

στ) το έγγραφο υπ' αριθμ. 83/26-6-2003 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 34): «Δια του παρόντος και εις απάντησιν του υπ' αριθμ. 334/23-6-2003 εγγράφου Σας, προαγόμεθα να Σας αναφέρωμεν ότι δεν αρνούμεθα τον οικονομικόν Σας έλεγχον, αλλά αντιθέτως τον αποδεχόμεθα».

ζ) το έγγραφο υπ' αριθμ. 99/24-7-2003 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 35): «Δεν είναι αλήθεια ότι η Ιερά μας Μονή δεν αποδέχεται τον έλεγχον της νομιμότητος της διαχειρίσεώς της. Έχετε εις χείρας Σας τα έγγραφα της Ι.Μονής, τα οποία αποδεικνύουν, ότι ουδέποτε ηρνήθη τον έλεγχόν Σας, αλλά τον ανέμενεν προθύμως».

η) το έγγραφο υπ' αριθμ. 35/22-4-2004 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 36): «η Ιερά μας Μονή, Σας δηλώνει για πολλοστή φορά, ότι αποδέχεται να κάνετε και πάλι Εσείς, τον έλεγχο της νομιμότητος της διαχειρίσεώς της, (ήδη τον έχετε κάνει στο παρελθόν), και ευχαρίστως Σας αναμένει, για να Σας προσκομίσει τα σχετικά παραστατικά εντός του χώρου της Ι. Μονής και τώρα και στο μέλλον και όποτε θέλετε να κάνετε τον έλεγχό Σας».

θ) το έγγραφο υπ' αριθμ. 207/5-12-2007 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 37), με το οποίο η Ιερά Μονή συνόδευε το φορτηγό αυτοκίνητο με το οποίο μετέφερε όλα τα κιβώτια με τις χιλιάδες τα παραστατικά της διαχειρίσεώς της, 27 ετών!!!... «Δια του παρόντος και εις εκτέλεσιν της σχετικής εντολής Σας, η Ολομέλεια της Αδελφότητος της Ιεράς Μονής… Σας προσκομίζει (στα Γραφεία Σας) σήμερον 5ην Δεκεμβρίου τα παραστατικά και Σας παρακαλεί να διενεργήσητε τον προβλεπόμενον έλεγχον της νομιμότητος της διαχειρίσεως της Ιεράς Μονής». Αλλά ο μηνυόμενος δεν δέχθηκε να παραλάβει τα παραστατικά, ούτε να ακούσει τις παρακλήσεις αυτές, όπως και όλες τις άλλες και δεν έκανε το καθήκον του, για το οποίο πληρώνεται από το Κράτος, να διενεργήσει τον έλεγχο της Μονής. Και μέχρι σήμερα κατηγορεί ψευδώς την Μονή ότι δήθεν δεν δέχεται τον έλεγχό του, με αποκορύφωμα την επανάληψη του ψεύδους στην επίδικη πράξη του.

      Σημειωτέον (για την κακοπιστία και τον δόλο του) ότι ο μηνυόμενος, οποίος βεβαίωσε ψευδώς ότι η Μονή δεν τον αφήνει να κάνει έλεγχο και απαιτούσε να κάνει οικονομικό έλεγχο, δήλωσε και κατέθεσε εγγράφως, και ενόρκως, στην Δικαιοσύνη, στο από 20.9,2001 υπόμνημά του, προς την Εισαγγελία Εφετών Πατρών, εναντίον της Ι. Μονής τα ακόλουθα εκπληκτικά στην από 14-6-2002 κατάθεσή του, στην Εισαγγελία Μεσολογγίου, εναντίον της Ιεράς Μονής (Σχετικό υπ’ αριθμ. 38):


 «δεν γνωρίζω από οικονομικό έλεγχο»!!!... και - «δεν διαθέτω γνώση πάνω στα θέματα αυτά»!!!...


-ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ:

α) το έγγραφο 20/14-2-2001 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 39): «η Ολομέλεια της Αδελφότητος απεφάσισεν, όπως αποδεχθή τον έλεγχον της Υπηρεσίας της Ε.Κ.Υ.Ο. της Ιεράς Συνόδου».

β) Το έγγραφο 22/14-2-2001: (Σχετικό υπ’ αριθμ. 40): «Δια του παρόντος, το Ηγουμενοσυμβούλιο Σας κοινοποιεί αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 20/14-2-2001 αναφοράς του, εις την οποίαν εμφαίνηται η ομόφωνος απόφασις της Ολομελείας, ότι αποδέχεται τον οικονομικόν έλεγχον τον οποίον εζητήσατε να διεξάγητε».

γ) Το έγγραφο 52/23-4-2002 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 41): «Σας παραδίδομεν σήμερον, υπείκοντες εις την Ι.Σύνοδον τα βιβλία της διαχειρίσεως προκειμένου να αρχίσετε τον οικονομικόν έλεγχον της Ι. Μονής».

δ) Το έγγραφο 52/23-4-2002: (Σχετικό υπ’ αριθμ. 42): «Ούτως, ελάβατε τα βιβλία διαχειρίσεως της Ιεράς Μονής και ο,τιδήποτε άλλον μας εζητήσατε και ήδη επετελέσατε άπαντα τα καθήκοντά Σας ελευθέρως και ανεμποδίστως και Σας προσεφέραμεν πάσαν δυνατήν εξυπηρέτησιν, με καλωσύνην, βοήθειαν και φιλοξενίαν».

ε) Στις 13 Ιουνίου 2002 ο Επιθεωρητής της Ιεράς Συνόδου, υπέγραψε ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ στο οποίο υπογράφει ότι είχε κάνει έλεγχο στην Μονή στις 23.4.2002 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 43):

«ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ. «Στην Ναύπακτο, σήμερα 13 Ιουνίου 2002, ο υπογραφόμενος Στέφανος Ροδολφου Περπινιάς Εκκλησιαστικός Οικ. Επιθεωρητής,…. τον διαχειριστικό έλεγχο της κύριας διαχείρισης της Ιεράς Μονής, τον οποίο, είχα κάνει την 23-4-2002 με το κλείσιμο μόνον των τηρουμένων βιβλίων ταμείου και την συμφωνίαν των ταμειακών υπολοίπων της ανωτέρω ημερομηνίας και των μετρητών». (Απολογιστικός Έλεγχος).

      Και θα είχε υποστεί η Μονή και άλλους εκκλησιαστικούς ελέγχους από την Ιερά Σύνοδο, ανεμποδίστως, αλλά η ίδια Ιερά Σύνοδος - ΕΚΥΟ αρνήθηκε από μόνη της να συνεχίσει τους οικονομικούς ελέγχους της Μονής, «λόγω μεγάλου φόρτου εργασίας» και όχι ασφαλώς λόγω αρνήσεως της Ι. Μονής. Και έγραφε η Ι. Σύνοδος σε απόφασίν της, 2040/1049/15-5-2003 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 44)::

 «Συνοδική Αποφάσει, ληφθείση εν τη Συνεδρία της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της 7ης μεσούντος μηνός Μαΐου ε.ε., γνωρίζομεν υμίν, ότι η Ιερά Σύνοδος εν τη ρηθείση Συνεδρία Αυτής, λαβούσα υπ' όψιν το υπ' αριθμ. 350/19.4.2003 έγγραφον της Υπηρεσίας Εκκλησια-στικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως, δι' ου γνωρίζεται Αυτή, η αδυναμία της ως είρηται Υπηρεσίας, λόγω μεγάλου φόρτου εργασίας, ίνα διενεργήση διαχειριστικόν έλεγχον εις την Ιεράν Μονήν Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, απεφάσισεν όπως παρακαλέση την υμετέραν Σεβασμιότητα, ίνα προβή εις τον έλεγχόν της ως άνω Ιεράς Μονής και των εν αυτή διαχειριστικών Ταμείων, ως έχοντα πλήρη αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 6 του Ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος».

9ο Ψεύδος

Η κατηγορία ότι η Μονή αρνήθηκε να δώσει τα οικονομικά έγγραφα παραστατικά, τιμολόγια, αποδείξεις, στους Ελεγκτές του Υπουργείου Οικονομικών.

Όμως, η αλήθεια είναι, όπως προκύπτει από τα επτά (7) έγγραφά τους, παραλαβής και παραδόσεως παραστατικών διαχειρίσεως της Μονής,16-4-2007, 3-11-2008, 17-2-2010, 17-12-2010, 24-1-2011, 27-7-2011, 23-8-2011, οι Επιθεωρητές ομολογούν ενυπογράφως ότι έχουν λάβει τον τεράστιο αριθμό 20.000 περίπου οικονομικών παραστατικών της διαχειρίσεως της Μονής.

Δύο έγγραφα μόνο, δεν μπόρεσε να χορηγήσει η Μονή, τα οποία πρώτον μεν δεν ήταν οικονομικά παραστατικά της διαχειρίσεως, όπως ψευδώς αναφέρει το έγγραφο του μηνυομένου, δεύτερον δε, διότι η Μονή δεν τα είχε στο Αρχείο της. Ούτε ήταν υποχρεωμένη από τους Νόμους να τα έχει. Το ένα ήταν τα εγκριθέντα από τον ΟΔΔΕΠ αρχιτεκτονικά κλπ. σχέδια της ανεγέρσεως της Μονής, τα οποία δεν τα είχε η Μονή αλλά έπρεπε να τα έχει ο Μητροπολίτης  κ. Ιερόθεος!!!... Διότι όταν τα ενέκρινε ο ΟΔΔΕΠ, δεν υπήρχε καν η Μονή  ούτε σαν κτίρια, ούτε σαν Νομικό Πρόσωπο και η οικοδομική άδεια εκδόθηκε επ’ ονόματι της Μητροπόλεως. Και τα σχέδια και οι μελέτες εγκρίθηκαν επ’ ονόματι της Μητροπόλεως. 

Το άλλο ήταν έγγραφο για προσωπικά δεδομένα, άσχετα με τον οικονομικό έλεγχο, που ούτε αρχείο γι’ αυτά διατηρούσε η Μονή, ούτε υποχρεούτο από τους Νόμους να διατηρή τέτοια αρχεία, για τα προσωπικά δεδομένα κάποιων.

Και εδώ ακολουθεί ένα ακόμη τεράστιο ψεύδος (κρυπτόμενο σε μία … μισή αλήθεια): Στην 9η παράγραφο της επίδικης πράξης του βεβαιώνει ψευδώς ότι τα περί δήθεν αρνήσεως της Ιεράς Μονής να δεχθεί οικονομικούς ελέγχους και ειδικότερα δε από τους Επιθεωρητές Παπαϊωάννου και Πολυγένη, συνάγεται και από την από 24.6.2011 καταδικαστική απόφαση για απείθεια. Εμφανίζει δηλαδή ψευδέστατα και παραπλανητικά την εικόνα μίας ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ ποινικής καταδίκης, ενώ η αλήθεια που πολύ καλά γνωρίζει είναι ότι κατά της άδικης και πλήρως αναιτιολόγητης αυτής απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση, πλην όμως αυτή ουδέποτε δυστυχώς εκδικάστηκε διότι η υπόθεση ΕΤΕΘΗ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ με τις διατάξεις του ν. 4032/2012. Ώστε, όπως άριστα γνωρίζει ο μηνυόμενος, ο οποίος εν τέλει βεβαιώνει  ότι υφίσταται αμετάκλητη ποινική καταδίκη για απείθεια, ότι τέτοια δεν υπάρχει, η υπόθεση έχει αρχειοθετηθεί, αντιθέτως δε εκκρεμής είναι η μήνυση της Ιεράς Μονής κατά των ανωτέρω Επιθεωρητών στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, υπό τα στοιχεία ΑΒΜ Β2011/259, για παράβαση καθήκοντος, που κράτησαν σε ομηρεία επί σειρά ετών την Μονή (ενώ έλαβαν εντολή ήδη από το 2005 και έλαβαν δεκάδες χιλιάδες παραστατικά) χωρίς να ολοκληρώνουν τον έλεγχο, χωρίς να καταλογίσουν έστω για το 1ο ή και 2ο υπό έλεγχο οικονομικό έτος έστω και την ελαχίστη παράβαση, μέχρι να … συνταξιοδοτηθούν και ο έλεγχος να παραμείνει ανολοκλήρωτος (προς μεγίστη ικανοποίηση του μηνυομένου).

Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι, όπως ο ίδιος ο μηνυομένος αναφέρει, στο ως άνω υπόμνημά του, στον Εισαγγελέα Μεσολογγίου, ότι οι ίδιοι οι Ελεγκτές δήλωσαν ότι ο έλεγχος δεν ήταν νόμιμος. Και γράφει τα εξής σχετικά: «Ομολογείται και από τους δύο Επιθεωρητές ότι η ανάθεση της εντολής ελέγχου θεωρείται και είναι μη νόμιμη». «Κατόπιν αυτών δημιουργείται ένα τεράστιο πρόβλημα ως προς το κύρος και την νομιμότητα οποιουδήποτε πορίσματος που θα εκδοθεί».

Επίσης, στην από 4.2.2009 ένορκη κατάθεσή τους στην Πταισματοδίκη (Σχετικό υπ’ αριθμ. 45), οι ίδιοι Επιθεωρητές κατέθεσαν ότι «Θέλω να καταθέσω ότι μέχρι στιγμής ουδείς και ουδέποτε με ενόχλησε για κωλυσιεργεία η ματαίωση του ελέγχου... Η δε καθυστέρηση είναι σαφές ότι οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε υπηρεσιακούς λόγους, όπως προκύπτει από το αριθ. 6619/12-11-2008 έγγραφό μας προς την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου μας»….

10ο Ψεύδος (Συνδέεται με το 9ο)

Η κατηγορία του Μητροπολίτου ότι η Μονή δεν δέχεται κανένα απολύτως, οικονομικό έλεγχο, βεβαιώνοντας: «Τελεί παρά τόν Νόμον εις κατάστασιν απουσίας παντός διαχειριστικού ελέγχου ὑφ’ οιασδήποτε εκκλησιαστικής ή κρατικής αρχής επί της οικονομικής της διαχειρίσεως».

 
Η αλήθεια είναι ότι Ι. Μονή έχει υποστεί ήδη 48 Οικονομικούς ελέγχους!!!... από Εκκλησία, Υπουργεία, Υπηρεσίες, Εφορίες, Νομαρχία, ΣΟΛ, ΔΟΥ, ΣΔΟΕ, ως εξής:

 
(Κατά σειρά: Α/Α, Αριθ.Πρωτ., ΥΠΗΡΕΣΙΑ,                                                        ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ):

1ος:  207/5.9.1988, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, κ. ΣΚΙΑΔΑΣ ΠΛΑΤΩΝ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 45).

2ος:  49/21.12.94,  Νομαρχιακό  Οργανο  Ελέγχου ΑΙΤ/ΝΙΑΣ, κ. ΝΤΕΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΜ. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 46).

3ος:  49/21.12.94,  Νομαρχιακό  Όργανο  Ελέγχου ΑΙΤ/ΝΙΑΣ, κ. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝ. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 47).

4ος:  49/21.12.94,  Νομαρχιακό  Όργανο  Ελέγχου ΑΙΤ/ΝΙΑΣ, κ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Γ. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 48).

5ος: 8/13.3.95,  Νομαρχιακό  Όργανο  Ελέγχου ΑΙΤ/ΝΙΑΣ, κ. ΝΤΕΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΜ. Β' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 49).

6ος: 8/13.3.95,  Νομαρχιακό  Όργανο  Ελέγχου ΑΙΤ/ΝΙΑΣ, κ. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝ. Β 'επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 50).

7ος: 8/13.3.95,  Νομαρχιακό  Όργανο  Ελέγχου ΑΙΤ/ΝΙΑΣ. κ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Β' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 51).

8ος: 57916/15.7.98, ΓΕΝ.ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓ.ΕΘΝ.ΟΙΚΟΝΟΜ., κ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 52).

9ος: 57916/15.7.98, ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ. ΙΔ. Ε. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 53).

10ος:  56224/1-.6.99, ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ. ΙΔ. Ε.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ.ΤΣΙΜΑΡΑ ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 54).

11ος:  56224/1-6.99, ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ .ΙΔ .Ε.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ. ΚΕΦΑΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΛΕΥΘ. (Σχετικό υπ’ αριθμ. 55).

12ος:  56224/1.6.99, ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ .ΙΔ. Ε.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ. ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓ. (Σχετικό υπ’ αριθμ. 56).

13ος:  6219ω/1.12.99 ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ. ΙΔ. Ε. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ.ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 57).

14ος: 6219ω/1.12.99, ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ. ΙΔ. Ε. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ. ΔΡΟΣΙΔΟΥ ΑΝΝΑ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 58).

15ος: 6219ω/1.12.99, ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘ .ΙΔ. Ε. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, κ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 59).

16ος: 21.9-.2000, 65918/11.8.2000, Σ.Ο.Λ.,  κ .ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 60).

17ος:  21.9.2000, 65918/11.8.2000            Σ.Ο.Λ.,  κ. ΒΛΑΧΟΣ ΚΩΝ. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 61).

18ος:  8.1.2001, 65918/11.8.2000,             Σ.Ο.Λ., κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι. Β' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 62).

19ος:  8.1.2001, 65918/11.8.2000,             Σ.Ο.Λ., κ. ΒΛΑΧΟΣ ΚΩΝ. Β' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 64).

20ος:  20.4.2001, 65918/11.8.2000,           Σ.Ο.Λ., κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι. Γ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 65).

21ος: 20.4.2001, 65918/11.8.2000,            Σ.Ο.Λ., κ. ΒΛΑΧΟΣ ΚΩΝ. Γ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 66).

22ος: 11.5.2001, 65918/11.8.2000,            Σ.Ο.Λ., κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι. Δ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 67).

23ος: 11.5.2001, 65918/11.8.2000, Σ.Ο.Λ.,  κ. ΒΛΑΧΟΣ ΚΩΝ.  Δ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 68).

24ος: 25.7.2003, 85980/4.6.2003,  Σ.Ο.Λ.,  κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι.,  Ε' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 69).

25ος: 25.7.2003, 85980/4.6.2003, Σ.Ο.Λ., κ. ΠΑΤΑΤΟΥΚΑΣ ΚΥΡ. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 70).

26ος: 3/90/18.7.2001, 6.12.2002, ΔΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ, κ. ΦΡΑΓΚΟΣ ΣΠΥΡ. Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 71).

27ος: 3/90/18.7.2001, 6-12-2002, ΔΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ, κ. ΠΑΡΑΛΙΚΑΣ Ι.  Α' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 72).

28ος: ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ, κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΑΜΑΤΗ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 73).

29ος: 636/12.11.1998,         ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ (ο μηνυόμενος  -Σχετικό υπ’ αριθμ. 74).

30ος: 23.4.2003, ΑΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ Ι. ΣΥΝΟΔΟΣ - ΕΚΥΟ κ. ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 75).

31ος: 99937/2.2.2005, 27.4.2005,              Σ.Ο.Λ., κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι.   ΣΤ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 76).

32ος: 27.4.2005, Σ.Ο.Λ.,  κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι.  Ζ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 77).

33ος: 27.4.2005,  Σ.Ο.Λ.,   κ. ΠΑΤΑΤΟΥΚΑΣ  ΚΥΡ.  Β' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 78).

34ος: 15.12.2006, Σ.Ο.Λ.,   κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι. Η΄ επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 79).

35ος: 15.12.2006, Σ.Ο.Λ.,  κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι. Θ΄ επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 80).

36ος: 15.12.2006, Σ.Ο.Λ.,  κ. ΠΑΤΑΤΟΥΚΑΣ ΚΥΡ.  Γ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 81).

37ος:  15.12.2006, Σ.Ο.Λ.,  κ. ΠΑΤΑΤΟΥΚΑΣ ΚΥΡ.,  Δ΄ επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 82).

38ος: ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΣΗΜΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΩΣΤΟΥΛΑ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 83).

39ος: 16.4.2007, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, κ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 84).

40ος: 16.4.2007,  ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,   κ. ΠΟΛΥΓΕΝΗ ΣΟΦΙΑ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 85). 

41ος: 11.10.2007, Σ.Ο.Λ.,   κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι.  Ι΄ επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 86).

42ος: 11.10.2007, Σ.Ο.Λ.,  κ. ΠΑΤΑΤΟΥΚΑΣ ΚΥΡ.  Ε' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 87).

43ος:  11.10.2007,  Σ.Ο.Λ.,   κ. ΣΤΡΑΒΟΔΗΜΟΣ Ι.  ΙΑ' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 88).

44ος: 11.10-2007, Σ.Ο.Λ.,   κ. ΠΑΤΑΤΟΥΚΑΣ ΚΥΡ.  ΣΤ' επιθέωρηση του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 89).

45ος: 19.11.2007, ΔΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ,  κ. ΦΡΑΓΚΟΣ ΣΠΥΡ. Β' επιθεώρησή του (Σχετικό υπ’ αριθμ. 90).

46ος: 9.10.2009, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝ. ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΕΛΕΓΧΟΥ, κ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, κ. ΜΑΝΙΑΤΗ, κ. ΣΑΒΟΠΟΥΛΟΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 91).

47ος: 28.2.2011, 663/28-2-2011, Σ.Δ.Ο.Ε.,  κ. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, κ. ΓΑΛΑΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 92).

48ος: 18.3.2011, 888/18.3.2011, Σ.Δ.Ο.Ε., κ. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, κ. ΓΑΛΑΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ (Σχετικό υπ’ αριθμ. 93).

Ο δόλος του μηνυομένου (σχετικά με τα περί «οικονομικά ανεξέλεγκτης Ιεράς Μονής) ενισχύεται έτι περαιτέρω και από τα κάτωθι γεγονότα:

-Μεταξύ άλλων, όταν «χάλασαν» τα σχέδιά του να «βάλει χέρι» στην επιχορήγηση, κατηγόρησε την Ιερά Μονή ότι έχει ιδρύσει παρανόμως νομικά πρόσωπα «δορυφόρους», επίσης (εννοείται) οικονομικά ανεξέλεγκτους, μεταξύ των οποίων επισήμως κατονόμασε μία Ε.Π.Ε. που είχε υπό τις ευλογίες του ιδρυθεί, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα μικρό ιχθυοτροφείο για την παραγωγή ιχθύων για την κάλυψη των αναγκών των απόρων οικογενειών της Ναυπάκτου, στα πλαίσια της φιλανθρωπικής δράσης της Ιεράς Μονής. Έτσι, κατήγγειλε την ίδρυση της Ε.Π.Ε. αυτής (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω διαλύθηκε όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός ιδρύσεώς της), εξέδωσε πράξη απολύσεώς μου λόγω της συμμετοχής μου στην Ε.Π.Ε.:

 
     1) Γνώριζε  εξ αρχής την ύπαρξη της  Ε.Π.Ε. και το ερευνητικό, επιστημονικό και φιλανθρωπικό της έργο,  είχε θαυμάσει την πρότυπη δημιουργία του,   και είχε ξεναγήσει  και ό ίδιος άλλους και είχε συμφάγει τα προϊόντα του.4

     2) Όσο και αν μπορεί να ξαφνιάσει και τον πλέον έμπειρο Εισαγγελικό Λειτουργό (ιδία όταν έχουμε να κάνουμε με Μητροπολίτη), ο μηνυόμενος κ. Ιερόθεος, τον Μάρτιο του 1999, με το από 3.3.1999 έγγραφό του (με πρωτόκολλο εισερχ. στη Μονή 23/3.3.99 -Σχετικό υπ’ αριθμ. 94), αλληλογραφούσε με την Ιερά Μονή σχετικά με τη διαχείριση και τη λειτουργία αυτής ακριβώς της Ε.Π.Ε. για τη συμμετοχή μου στην οποία εκ των υστέρων επεδίωξε να με απολύσει:

     Για του λόγου το αληθές, ο ίδιος ο Μητροπολίτης έγραφε:


«Για την Εταιρεία Περιωρισμένης Ευθύνης, έως ότου δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μή υπάρξεώς της (λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεών της στην Ευρωπαϊκή Ένωση), η λύση μπορεί να είναι ότι όλα τα έσοδα και έξοδά της να περνούν στον προϋπολογισμό και απολογισμό της Ιεράς Μονής»!!!

 
     Για την Ε.Π.Ε. (για την οποία αργότερα κατέλαβε … ιερό δέος τον κ. Ιερόθεο) αλληλογραφούσε ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΑΤΑ ο κ. Ιερόθεος, ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΣ και ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ αυτή απολύτως!!!
 
     Για την οποία μάλιστα, ο κ. Ιερόθεος ζήτησε (μετά από χρόνια) μόνο τη δική μου απόλυση!! Υπήρχαν επίσης ακόμα 4 (!) κληρικοί της Μητρόπολης Ναυπάκτου, στους οποίους βέβαια ουδέποτε επεβλήθη κάποια διοικητική ή άλλη ποινή, για το γεγονός της συμμετοχής τους στην Ε.Π.Ε., γεγονός που αναδεικνύει και αποδεικνύει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι επρόκειτο για στοχευμένη ενέργεια του κ. Ιερόθεου!

     Επίσης, για την ανεξέλεγκτη (κατά τον ψευδόμενο Μητροπολίτη) οικονομικά Ιερά Μονή:

     Ο μηνυόμενος επεδίωξε και πέτυχε την ποινική δίωξη εναντίον του Ηγουμενοσυμβουλίου για το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βάρος του Δημοσίου σε βαθμό κακουργήματος σε συνδυασμό με τον νόμο 1608/1950, με απειλούμενη ποινή αυτή της ισόβιας κάθειρξης, για τα περί υπεξαιρέσεως για την επιχορήγηση (στην οποία δεν κατάφερε να βάλει «χέρι» με τη γνωστή πλέον, κατά τα ανωτέρω, εξέλιξη). Ο μηνυόμενος επεδίωξε αρχικά με την από 28.9.1998 επιστολή του προς την εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», η οποία δημοσιεύτηκε την 4.10.1998 (Σχετικό υπ’ αριθμ. 95). Η δικογραφία αρχειοθετήθηκε, μετά από έγγραφο του Μητροπολίτη (Σχετικό υπ’ αριθμ. 96), ανασύρθηκε από το αρχείο, αρχειοθετήθηκε εκ νέου, ο Μητροπολίτης επανήλθε (!) με νέο έγγραφό του (την από 10.4.2001 επιστολή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου  - Σχετικό υπ’ αριθμ. 97), οπότε και εν τέλει ασκήθηκε η ποινική δίωξη.

     Μετά τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 19/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών (Σχετικό υπ’ αριθμ. 98), με το οποίο αμετακλήτως αθωώθηκε το Ηγουμενοσυμβούλιο για τη σε βάρος του κατηγορία, την οποία, κατά τα ανωτέρω προκάλεσε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου.

            Όπερ γεγονός παραπέμπει στην τέως Προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου Σοφία Κουβάτση, η οποία αιφνιδίως μετατέθηκε στην Ναύπακτο (μόλις τα «χάλασε» ο μηνυόμενος με την Μονή), και η οποία άρχισε να επιβάλει το ένα πρόστιμο (σχετικά με την επιχορήγηση) στην Μονή μετά το άλλο!! Όλα κατέπεσαν στα Διοικητικά Δικαστήρια, ενώ κατά της ιδίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για νόθευση εγγράφου, επειδή προσκόμισε παραποιημένη πράξη βεβαίωσης παράβασης κατά της Μονής στην Ανακρίτρια Μεσολογγίου που διενεργούσε την  ανωτέρω ανάκριση, προκειμένου να πετύχει την προφυλάκιση αρχικώς και εν συνεχεία καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη του Ηγουμενοσυμβουλίου (ειρήσθω εν παρόδω, ο σύζυγος της κ. Προϊσταμένης ήταν …οδηγός του αυτοκινήτου του μηνυομένου…). Πρωτοδίκως καταδικάστηκε σε φυλάκιση δώδεκα μηνών  (Σχετικό υπ’ αριθμ. 99), στο Εφετείο απηλλάγη, πλην όμως λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο (δεν θα σχολιάσω εν προκειμένω την απόφαση), αφού το Εφετείο απεφάνθη ότι ΠΡΑΓΜΑΤΙ η Προϊσταμένη προσκόμισε στην Ανάκριση παραποιημένη έκθεση βεβαίωσης παράβασης… (Σχετικό υπ’ αριθμ. 100).

            Αξίζει να σημειωθεί, ότι τόσο ο ο μηνυόμενος όσο και η κ. Κουβάτση άσκησαν αγωγές για την εναντίον της κ. Κουβάτση μήνυση (Σχετικά υπ’ αριθμ. 101-102), πλην όμως αμφότερες ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΑΝ από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου (Σχετικά υπ’ αριθμ. 103-104), και εκκρεμούν πλέον οι (χωρίς καμία τύχη –ας μου επιτραπεί) εφέσεις αμφοτέρων…

            Τέλος, για την πλήρη και ολοκληρωτική ανάδειξη και απόδειξη της αναξιοπιστίας του μηνυομένου και του ανηλεούς και βρώμικου πολέμου εναντίον της Ιερας Μονής μας, δύο ακόμη (εκτός των ψευδών βεβαιωμένων δια της επίδικης πράξης γεγονότων) χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του μηνυομένου και της πρωτοφανούς εμπάθειάς του κατά της Μονής στοιχεία:

-Έφτασε στο σημείο να καταγγείλει την Ιερά Μονή για πολεοδομικές παραβάσεις στο επιχορηγηθέν έργο στην Μονή. Ναι, στην Πολεοδομία! Εξεδόθησαν δε ήδη μία προσωρινή διαταγή υπέρ της Μονής και εν συνεχεία απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών που ανέστειλε την πράξη της  Πολεοδομίας Ναυπάκτου περί κηρύξεως ως αυθαιρέτου του κτιρίου (που φιλοξένησε, μεταξύ άλλων, συνέδριο της Ένωσης Αστικολόγων Ελλάδος και συνέδριο της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδος και πλήθος άλλων επιστημονικών συνεδρίων και πολλών άλλων εκδηλώσεων στα πλαίσια της προβολής της Χώρας και του Χριστιανισμού σε όλον τον κόσμο – Σχετικά υπ’ αριθμ. 105-106).

-Τέλος, έφτασε και σε ένα άλλο έσχατο σημείο: Να αποστείλει έγγραφη αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Σχετικό υπ’ αριθμ. 107), με την οποία κατηγορεί όλη την Αδελφότητα για παράβαση του νόμου περί αρχαίων (!!) για ένα Μουσείο που βρίσκεται στην Ιερά Μονή, ζητά από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ερευνήσει πότε ξεκίνησε η λειτουργία του Μουσείου αυτού, ενώ ήταν ΑΥΤΟΣ ο ΙΔΙΟΣ ο αντίδικος, που ως Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ήταν στα ΕΓΚΑΙΝΙΑ αυτού ακριβώς του Μουσείου, τα οποία αυτά εγκαίνια δημοσιοποίησε και στην εφημερίδα της Μητρόπολης του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1996 (πριν αρχίσει, εξαιτίας της απολύτως νόμιμης άρνησης της Μονής να περάσει στα βιβλία εσόδων-εξόδων το ποσό της επιχορήγησης, ο διωγμός μας – (Σχετικό υπ’ αριθμ. 108). Όλα αυτά αποτελούν ελάχιστο δείγμα του διαρκούς διωγμού που υφίσταται η Ιερά Μονή και εμείς προσωπικά τα τελευταία 14 χρόνια από τον μηνυόμενο.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

     Αναφέρω ενώπιον Σας τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο (κατά κόσμον Γεώργιο Βλάχο) και παρακαλώ για τις δικές Σας (και δη κατά προτεραιότητα λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης) κατά νόμον ενέργειες.

 

Aθήνα, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος
Ν. Αντωνιάδης